Ένας ιστοχώρος Ορθόδοξου Χριστιανικού προσανατολισμού και προβληματισμού.



Μια προσπάθεια για μέθεξη στην πνευματικότητα, στα ιερουργούμενα της Ορθόδοξης Λατρείας και στην Εκκλησιαστική Ζωή.















ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ
Υπέρθυρο της εισόδου του Ναού

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Κυριακή των Μυροφόρων

Το ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή.

Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας είσηλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).
Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολ¬μήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.
«Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πά¬λαι απέθανε· και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ» (Μάρκ. ιε’ 44-45). Ο Πιλάτος ήταν καχύποπτος και επιφυλακτικός. Ήταν από τους κυβερνήτες που ασκούν την εξουσία τους με βία, όπως με βία την είχε αποσπάσει από άλλους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε λέξη ακόμα κι από ευγενείς ανθρώπους, όπως ο Ιωσήφ. Ίσως δυσκολευόταν πραγματικά να πιστέψει πως Εκείνος, που μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε καταδικάσει σε σταυρικό θάνατο, είχε ήδη παραδώσει την τελευταία του πνοή στο σταυρό. Ο Πιλάτος αποδείχτηκε πως ήταν ένας γνήσιος αντιπρόσωπος της ρωμαϊκής τυπολατρείας. Ήταν πολύ πιο πρόθυμος να πιστέψει τον κεντυρίωνα, που τον είχε επιφορτίσει με το καθήκον να φρουρήσει το Γολγοθά, παρά έναν εξέχοντα πρεσβύτερο του λαού. Μόνο όταν ο κεντυρίων επιβεβαίωσε «επίσημα» την αναφορά του Ιωσήφ, θέλησε ο Πιλάτος να ικανοποιήσει το αίτημά του.
«Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου» (Μάρκ. ιε’ 46-47). Άλλος ευαγγελιστής λέει πως αυτός ο τάφος ήταν του Ιωσήφ· «και εθηκεν αυτόν εν τω καινώ αυτού μνημείω» (Ματθ. κζ’ 60) – «εν ω ουδείς ανθρώπων ετέθη» (Ιωάν. ιθ’ 41). Όταν σταυρώνουμε το νου μας για τον κόσμο και τον ενταφιάζουμε σε μια αναγεννημένη καρδιά, σαν σε τάφο, τότε ο νους μας θα αναζωογονηθεί και θ’ αναγεννηθεί ολόκληρος ο εσωτερικός μας άνθρωπος.
Ένας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του τάφου κι ένας φύλακας να φρουρεί μπροστά στον τάφο. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Όλα τους ήταν προληπτικά μέτρα, παρμένα με τη σοφία της πρόνοιας του Θεού. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα σφραγίζονταν κι όλα τα στόματα εκείνων που θα τολμούσαν να ισχυριστούν πως ο Χριστός είτε δεν πέθανε είτε δεν αναστήθηκε είτε ότι έκλεψαν το σώμα Του. Αν ο Ιωσήφ δεν είχε ζητήσει το σώμα Του από τον Πιλάτο· αν ο κεντυρίων δεν είχε δώσει επίσημη διαβεβαίωση για το θάνατο του Χριστού· αν το σώμα δεν είχε ενταφιαστεί και σφραγιστεί με την παρουσία φίλων και εχθρών του Χριστού, ίσως να ισχυρίζονταν πολλοί πως ο Χριστός δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά είχε πέσει σε κώμα και μετά ανέκτησε τις αισθήσεις του. Κάτι τέτοιο υποστήριξαν τελευταία ο Σλαϊερμάχερ και κάποιοι προτεστάντες. Αν ο τάφος δεν είχε σφραγιστεί μ’ έναν ογκόλιθο κι αν δεν τον φύλαγαν φρουροί, ίσως παραδέχονταν πως ο Χριστός πέθανε κι ενταφιάστηκε, αλλά οι μαθητές του έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο. Αν δεν ήταν καινούργιος ο τάφος, ίσως να υποστήριζαν πως δεν ήταν ο Χριστός αυτός που αναστήθηκε αλλά κάποιος άλλος νεκρός, που είχε ταφεί εκεί παλιότερα. Έτσι όλα τα προληπτικά μέτρα που πήραν οι Ιουδαίοι για να πνίξουν την αλήθεια, με την πρόνοια του Θεού βοήθησαν για να την καταδείξουν.
Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα του Ιησού, «ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά» (Ματθ. κζ’ 59) και το απόθεσε στον τάφο. Αν θέλουμε ν’ αναστηθεί μέσα μας ο Κύριος, πρέπει να τον διατηρούμε μέσα στο καθαρό και αγνό σώμα μας. Το καθαρό σεντόνι υποδηλώνει το καθαρό σώμα. Το σώμα που έχουν μολύνει οι κακίες και τα πάθη δεν είναι κατάλληλος τόπος για ν’ αναστηθεί εκ νεκρών και να ζήσει ο Κύριος.
Ό ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνει την εικόνα που δίνουν οι άλλοι ευαγγελιστές, λέγοντας πως στην ταφή του Χριστού ήρθε και ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν. ιθ’ 39-40).
Ευλογημένοι άνθρωποι! Πήραν το πανάγιο σώμα του Ιησού με τόλμη, στοργή και αγάπη και το απέθεσαν στο μνημείο. Τί υπέροχο παράδειγμα είναι αυτό σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Κύριο! Και τί φοβερό κατηγορητήριο για τους ιερείς και τους λαϊκούς που ντρέπονται τον κόσμο και πλησιάζουν το άγιο ποτήριο απρόσεκτα, αδιάφορα και χωρίς αγάπη, για να κοινωνήσουν τα ζωοποιά τίμια δώρα, το πάντιμο σώμα και το αίμα του αναστημένου Κυρίου!
Ο Ιωσήφ κι ο Νικόδημος δεν ήταν μόνο φίλοι του Χριστού, που διαπίστωσαν με τα μάτια τους πως ο Ιησούς πέθανε κι ενταφιάστηκε. Η μέριμνα για το νεκρό Κύριο ήταν πράξη αγάπης για τον αγαπημένο τους Φίλο και Διδάσκαλο, αλλά και ανθρωπιστικό καθήκον προς Εκείνον που είχε υποφέρει για χάρη της δικαιοσύνης.
Με θέα τον τάφο όμως βρίσκονταν και δύο ακόμα ψυχές που αγαπούσαν τον Κύριο και παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις ενέργειες του Ιωσήφ και του Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αυτές από την πλευρά τους για μια πράξη αγάπης προς τον Κύριο. Ήταν οι δύο μυροφόρες γυναίκες: η Μαρία η Μαγδαληνή κι η Μαρία, η μητέρα του Ιωσή.
«Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν» (Μάρκ. ιε’47, ιστ’ 1).
Πρώτα αναφέρονται δύο γυναίκες κι έπειτα τρεις. Δύο ήταν οι, μάρτυρες για όλα όσα έγιναν στο Γολγοθά, που είδαν τους κρυφούς μαθητές του Χριστού να κατεβάζουν το νεκρό σώμα Του από το σταυρό. Μετά είδαν όλα όσα έκαναν στο νεκρό σώμα και, αυτό που τις ενδιέφερε περισσότερο, είδαν τον τάφο όπου τον τοποθέτησαν. Αλήθεια, πόση χαρά θα ένιωθαν αν μπορούσαν να τρέξουν και να βοηθήσουν τον Ιωσήφ και το Νικόδημο για να ξεπλύνουν το άγιο σώμα Του από τα αίματα, να καθαρίσουν τις πληγές Του, να ισιώσουν τα μαλλιά Του, να σταυρώσουν τα χέρια Του, να δέσουν το μαντήλι γύρω από το κεφάλι Του και να τυλίξουν όλο το σώμα Του με το σεντόνι! Όμως ούτε το έθιμο ούτε κι ο νόμος επέτρεπε να το κάνουν αυτό μαζί με άνδρες. Γι’ αυτό και θα πήγαιναν αργότερα να τα κάνουν όλα μόνες τους, και κυρίως για ν’ αλείψουν τον Κύριο με αρώματα. Μαζί τους αργότερα θα πήγαινε κι η τρίτη μυροφόρα, η φίλη τους. Το Πνεύμα του Χριστού τις έδεσε όλες με φιλία.
Ποιές ήταν οι γυναίκες αυτές; Τη Μαρία τη Μαγδαληνή την ξέρουμε. Ήταν η Μαρία εκείνη που ο Κύριος τη θεράπευσε, της έβγαλε επτά δαιμόνια από μέσα της. Η Μαρία του Ιωσή κι η Μαρία του Ιακώβου, όπως λένε οι πατέρες, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Σαλώμη ήταν σύζυγος του Ζεβεδαίου, η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη.
Τί μεγάλη διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες αυτές και στην Εύα! Αυτές έτρεξαν από αγάπη για να υπακούσουν το νεκρό Κύριο, ενώ η Εύα δεν έκανε υπακοή στον Ζώντα Κύριο! Εκείνες φάνηκαν υπάκουες στο Γολγοθά, στον τόπο του εγκλήματος, της κακίας και της αιματοχυσίας, ενώ η Εύα έκανε παρακοή μέσα στον παράδεισο!
«Και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. ιστ’ 2). Σ’ αυτό, ότι δηλαδή ήταν η πρώτη μέρα τής εβδομάδας όταν αναστήθηκε ο Κύριος, η επόμενη μέρα του σαββά¬του, συμφωνούν όλοι οι ευαγγελιστές. Ο Μάρκος το ξεκαθαρίζει καλύτερα: «και διαγενομένου του σαββά-του…» (Μάρκ. ιστ’ 1), αφού είχε περάσει το σάββατο. Όλοι οι ευαγγελιστές συμφωνούν πως ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πρωί την Κυριακή. Συμφωνούν επίσης πως οι γυναίκες πήγαν στον τάφο του Κυρίου πολύ νωρίς το πρωί. Ο Μάρκος στο ευαγγέλιό του φαίνεται πως το γεγονός αυτό το μεταφέρει λίγο αργότερα, γιατί λέει ανατείλαντος του ηλίου.
Είναι πολύ πιθανό οι γυναίκες να πήγαν στον τάφο αρκετές φορές, τόσο από αγάπη για το νεκρό Κύριο, όσο κι από φόβο, μήπως οι εχθροί Του έρθουν και βεβηλώσουν τον τάφο και το ίδιο Του το σώμα. Όπως λέει ο Ιερώνυμος στο σχόλιό του στο κατά Ματθαίον, «πηγαινοέρχονταν με ανυπομονησία, δεν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν για πολύ από τον τάφο του Κυρίου». Ίσως εδώ ο Μάρκος να μη μιλάει για τον αισθητό ήλιο αλλά για τον ίδιο τον Κύριο, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη, «και ανατελεί υμίν… ήλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ΄ 2), αναφερόμενος στο Μεσσία. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης είχε ήδη αναστηθεί εκ νεκρών την πρωινή ώρα που οι μυροφόρες πήγαν στον τάφο. Όπως ο Ήλιος αυτός έλαμψε πολύ προτού δημιουργηθεί ο αισθητός ήλιος, έτσι και τώρα, στη δεύτερη δημιουργία, στην αναγέννηση του κόσμου, έλαμψε στην ανθρώπινη ιστορία προτού ανατείλει στη γη ο αισθητός ήλιος.
«Καί ελεγον πρός εαυτάς· τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» (Μάρκ. ιστ’ 3). Καθώς οι μυροφόρες γυναίκες ανέβαιναν προς το Γολγοθά, συζητούσαν μεταξύ τους το πρόβλημα αυτό. Ποιός θα κυλίσει τη βαριά πέτρα από τη θύρα του μνημείου; Όλα έδειχναν πως δεν περίμεναν κάτι αναπάντεχο. Τα γυναικεία χέρια δεν ήταν δυνατά για να σπρώξουν τη βαριά πέτρα και να ελευθερώσουν την είσοδο του μνημείου. Κι ο λίθος ήταν μέγας σφόδρα.
Καημένες γυναίκες! Δεν θυμήθηκαν πως το έργο που πήγαιναν με τόσο ζήλο και σπουδή να κάνουν στον τάφο, είχε ήδη συντελεστεί όσο ζούσε ο Κύριος. Στο δείπνο που παρέθεσε στον Κύριο στη Βηθανία ο Σίμων ο λεπρός, κάποια γυναίκα έχυσε στο κεφάλι του Χριστού ένα πολύτιμο μύρο. Ο παντογνώστης Κύριος είπε τότε για τη γυναίκα αυτή: «Βαλούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματος μου, προς το ενταφιάσαι με εποίησεν» (Ματθ. κστ’ 12). Προγνώριζε με ακρίβεια ότι το σώμα Του δε θα δεχόταν κανένα άλλο άρωμα στο θάνατό Του. Ίσως διερωτηθείς: Γιατί τότε η πρόνοια του Θεού άφησε τις αφοσιωμένες αυτές γυναίκες ν’ απογοητευτούν τόσο πολύ; Πήγαν ν’ αγοράσουν το πολύτιμο μύρο, ήρθαν φοβισμένες μέσα στη νύχτα στο μνημείο και στο τέλος να μην εκτελέσουν το καθήκον αυτό, που με τόση αγάπη και θυσία είχαν προετοιμάσει; Μήπως όμως η θεία αυτή πρόνοια δεν αποζημίωσε τις προσπάθειές τους μ’ έναν ασύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι αντί να δουν νεκρό τον Κύριο τον είδαν ζωντανό;
«Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκυλισται ο λίθος· ην γαρ μέγας σφόδρα, και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν» (Μάρκ. ιστ’ 4-5). Όταν ο Μωυσής έφτασε με το λαό του στην Ερυθρά Θάλασσα, αντιμετώπισε μια δυσκολία, ένα μεγάλο πρόβλημα. Πώς θα άνοιγε δρόμο στη θάλασσα, εκεί που δεν υπήρχε; Μόλις όμως κραύγασε για βοήθεια στο Θεό η θάλασσα χώρισε στα δύο κι ο δρόμος άνοιξε. Το ίδιο έγινε τώρα με τις Μυροφόρες. Προβληματισμένες πολύ έντονα για το ποιός θα κυλίσει τη μεγάλη πέτρα, κοίταξαν και είδαν «ότι αποκεκύλισται ο λίθος». Η πέτρα είχε μετακινηθεί κι εκείνες μπήκαν αμέσως μέσα στο μνημείο. Μα πού πήγαν οι στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο; Αυτοί δεν αποτελούσαν μεγαλύτερο εμπόδιο για να μπουν στο μνημείο, από τη βαριά πέτρα; Εκείνη την ώρα οι φρουροί είτε κείτονταν στη γη μισοπεθαμένοι από το φόβο, είτε είχαν δραπετεύσει προς την πόλη για να διηγηθούν με τρεμάμενη φωνή στους ανθρώπους αυτά που από την εποχή του Αδάμ ως τότε δεν είχαν ακούσει ανθρώπινα αυτιά. Δεν υπήρχε κανένας στο μνημείο για να τις εμποδίσει, κανένας και τίποτα στην είσοδο. Υπήρχε κάποιος όμως μέσα στο μνημείο. Κάποιος που το πρόσωπό του ήταν «ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών» (Ματθ. κη’ 3). Ήταν ένας νέος άνδρας. Ήταν πραγματικά άγγελος του Θεού. Οι γυναίκες φοβήθηκαν κι έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τη μορφή ενός ουράνιου αγγελιαφόρου του Θεού, εκείνου που έφερε τις πιό υπερφυσικές και χαρμόσυνες ειδήσεις στη γη, από τότε που ο πεσμένος άνθρωπος άρχισε να περιπλανιέται μακριά από τον παράδεισο. Ο Ματθαίος λέει πως ο άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε κυλίσει από τη θύρα του μνημείου, ενώ ο Μάρκος πως ο άγγελος ήταν μέσα στο μνημείο. Το γεγονός αυτό όμως δεν έχει καμιά αντίθεση. Ίσως οι γυναίκες είδαν πρώτα τον άγγελο πάνω στην πέτρα κι έπειτα άκουσαν τη φωνή του μέσα στο μνημείο. Ο άγγελος δεν είναι κάτι υλικό και ακίνητο. Μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή και οπουδήποτε. Το γεγονός ότι ο Λουκάς αναφέρει δύο αγγέλους, ενώ ο Ματθαίος κι ο Μάρκος έναν, δεν πρέπει να φέρει σε σύγχυση τους πιστούς. Όταν γεννήθηκε ο Κύριος στη Βηθλεέμ, ένας άγγελος εμφανίστηκε ξαφνικά στους ποιμένες κι εκείνοι «εφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β’ 9), Πολύ σύντομα μετά, «εξαίφ¬νης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν» (Λουκ. β’ 13). Στην ανάσταση του Κυρίου στο Γολγοθά ίσως παρευρίσκονταν λεγεώνες αγγέλων του Θεού. Γιατί πρέπει να εκπλαγούμε αν οι Μυροφόρες είδαν τη μια φορά έναν άγγελο και την άλλη δύο;
«Ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ίησοϋν ζη¬τείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε· ίδε ο τόπος όπου ΄έθηκαν αυτόν, αλλ’ υπάγε¬τε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προ¬άγει υμάς εις την Γαλιλαίαν εκεί αυτόν οφεσθε, καθώς είπεν υμίν» (Μάρκ. ιστ’ 6-8).

Ο αστραπόμορφος άγγελος του Θεού φροντίζει πρώτα να ηρεμήσει τις γυναίκες από το φόβο και τον τρόμο τους. Ήθελε να τις προετοιμάσει για τα καταπληκτικά νέα της Ανάστασης του Κυρίου. Η πρώτη έκπληξη για τις γυναίκες ήταν όταν είδαν το μνημείο ανοιχτό. Μετά η έκπληξή τους μεταβλήθηκε σε τρόμο όταν, αντί για Εκείνον που γύρευαν, είδαν αυτόν που δεν περίμεναν.

Ο άγγελος είπε στις γυναίκες με σιγουριά: Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Γιατί μίλησε έτσι; Για να τις στερήσει από κάθε αμφιβολία και σύγχυση για Εκείνον που είχε αναστηθεί. Ο άγγελος μιλάει πολύ συγκεκριμένα τόσο για τις ίδιες τις γυναίκες όσο και για τις μελλούμενες γενιές. Με την ίδια πρόθεση ο άγγελος τους δείχνει το καινό μνημείο. «Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν». Αυτό που είπε ο άγγελος ήταν πλεονασμός. Οι γυναίκες είχαν δει οι ίδιες με τα μάτια τους αυτό που τους είπε ο άγγελος. Δε γινόταν το ίδιο όμως με τους λοιπούς ανθρώπους, γι’ αυτούς που επίσης ο Κύριος πέθανε κι αναστήθηκε. «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Ο ουράνιος αγγελιαφόρος πρόφερε με τον πιό απλό τρόπο την συγκλονιστικότερη είδηση που ακούστηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. «Ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε». Για τις αθάνατες χορείες των αγγέλων η συγκλονιστικότερη είδηση ήταν ο θάνατος του Κυρίου, όχι η ανά¬στασή Του. Για τους ανθρώπους τα πράγματα ήταν αντίθετα.
Μετά απ’ αυτό ο άγγελος είπε στις γυναίκες να μεταφέρουν τη χαρμόσυνη είδηση «στους αποστόλους και τω Πέτρω». Γιατί και τω Πέτρω; Σίγουρα επειδή ο Πέτρος ένιωθε περισσότερο ταραγμένος από τους άλλους μαθητές. Η συνείδησή του πρέπει να τον ενοχλούσε επειδή πρόδωσε τρεις φορές τον Κύριο και στο τέλος έφυγε μακριά Του. Η αφοσίωση του ευαγγελιστή Ιωάννη, που μαζί με τον Πέτρο ήταν οι πιό στενοί μαθητές του Κυρίου, θα πρέπει να έκανε πιό ευαίσθητη τη συνείδηση του Πέτρου. Ο Ιωάννης δεν είχε φύγει. Παρέμεινε κάτω από το σταυρό του σταυρωμένου Κυρίου του. Κοντολογίς, ο Πέτρος πρέπει να ένιωθε προδότης του Κυρίου και θα αισθανόταν άβολα στη συντροφιά των αποστόλων, κυρίως μπροστά στην Παναγία Μητέρα Του. Η πίστη του Πέτρου δεν φάνηκε σταθερή σαν πέτρα. Η διστακτικότητα κι η δειλία του τον έκαναν να νιώθει περιφρονημένος στα ίδια του τα μάτια. Είχε ανάγκη να σταθεί ξανά στα πόδια του, ν’ ανακτήσει την υπόληψή του ως άνθρωπος και ως απόστολος. Ο Κύριος, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ακριβώς αυτό έκανε τώρα. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγγελος έκανε ειδική αναφορά στον Πέτρο.
Γιατί ο άγγελος μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία κι όχι για τις άλλες εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ και στα περίχωρα, που θα γίνονταν νωρίτερα; «Εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν». Γιατί η Γαλιλαία ήταν περισσότερο ειδωλολατρική κι όχι ισραηλιτική περιοχή. Η θέληση του Κυρίου λοιπόν ήταν να εμφανιστεί εκεί για να δείξει στους μαθητές το δρόμο του ευαγγελίου Του, το βασικό χώρο όπου έπρεπε να δραστηριοποιηθούν για να ιδρύσουν την Εκκλησία του Θεού. Κι άλλος ένας λόγος ήταν επειδή στη Γαλιλαία θα ένιωθαν ελεύθεροι, όχι όπως στην Ιερουσαλήμ που ζούσαν με φόβο. Όχι στο σκοτάδι ή στο μεσόφωτο, αλλά στο φως της ημέρας, για να μην πει κανείς πως ο φόβος έχει μεγάλα μάτια, πως οι μαθητές είδαν ζωντανό τον Κύριό τους στην Ιερουσαλήμ πάνω στον πανικό τους και με την πίεση του φόβου τους. Και τελικά ο άγγελος του Θεού μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία χωρίς ν’ αναφέρει τίποτα για τις εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ, για ν’ αφαιρέσει τα όπλα από τα χέρια των απίστων, που διαφορετικά θα ισχυρίζονταν πως οι απόστολοι είχαν δει κάποιο φάντασμα, επειδή περίμεναν με μεγάλη ψυχική αγωνία να τον δουν. Λέει ο Νικηφόρος: «Γιατί ο άγγελος μι¬λάει ειδικά για την εμφάνισή Του στη Γαλιλαία; Επειδή η εμφάνιση αυτή ήταν η πιό σπουδαία. Εκεί ο Κύριος δεν εμφανίστηκε σε κάποιο σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, άλλα σ’ ένα βουνό, ορατός από όλους. Οι μαθητές με το που τον είδαν εκεί τον προσκύνησαν. Εκεί παρουσιάστηκε δυναμικά μπροστά τους και τους αποκάλυψε για την εξουσία που του έδωσε ο Πατέρας Του. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη’ 18). «Μετά το εγερθήναί με προάξω υμάς εις τήν Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ιδ’ 28), είχε πει ο Κύριος. Ως νικητής, δηλαδή, θα προπορευτώ στον ειδωλολατρικό κόσμο και σεις θα με ακολουθήσετε. Οπουδήποτε κι αν σας οδηγήσει το Πνεύμα για να κηρύξετε, κοιτάξτε Με, θα βρίσκομαι μπροστά σας. Θα προπορεύομαι για να σας ανοίγω το δρόμο.
«Και εξελθούσαι εφυγον από του μνημείου· είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον εκφοβούντο γαρ» (Μάρκ. ιστ’ 8). Οι Μυροφόρες τα είχαν χάσει. Πού βρίσκονταν, στον ουρανό ή στη γη; Με ποιόν μιλούσαν; Τί άκουσαν; Τέτοια πράγματα ούτε στον ύπνο τους δεν τα βλέπουν οι άνθρωποι. Μα αυτό που βλέπουν και ακούν τώρα δεν είναι όνειρο, είναι αληθινό. Απ’ όλα όσα έγιναν, προκύπτει πως ζούσαν μια πραγματικότητα.
Τί ευλογημένος είναι ο φόβος κι ο τρόμος που νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει ανοιγμένους τους ουρανούς, όταν ακούει μια χαρούμενη φωνή από την αληθινή, αθάνατη και ποθεινή πατρίδα του! Δεν είναι μικρό πράγμα να δεις έναν αθάνατο άγγελο του Θεού, ούτε ν’ ακούσεις μια φωνή που βγαίνει από αθάνατα χείλη. Πιό εύκολα αντέχεις να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τον ορυμαγδό ολόκληρου του φθαρτού σύμπαντος, παρά να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τη φωνή κάποιου αθάνατου όντος που δημιουργήθηκε πριν από το σύμπαν, που το κάλλος του είναι ασύγκριτα ανώτερο από την ανοιξιάτικη αυγή. Όταν ο προφήτης Δανιήλ, ο άνθρωπος του Θεού, άκουσε τη φωνή του αγγέλου, μονολόγησε: «Ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουχ εκράτησα ισχύος… ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην» (Δανιήλ, ι’ 8,9).
Πώς λοιπόν να μην τις πιάσει φόβος και τρόμος τις αδύναμες γυναίκες; Πώς να μη φύγουν γρήγορα από το μνημείο; Πώς θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να μιλήσουν; Με τί λόγια να πουν αυτά που είδαν; Κύριε, η δόξα Σου είναι ανέκφραστη! Εμείς οι θνητοί άνθρωποι ευκολότερα μπορούμε να την εκφράσουμε με τη σιωπή και τα δάκρυα μας παρά με λόγια.
«Και ουδενί ουδέν είπον εφοβούντο γαρ». Δεν είπαν τίποτα στο δρόμο, σε κανέναν. Δε μίλησαν σε κανέναν από τους εχθρούς του Χριστού, σ’ εκείνους που έχυσαν το αίμα Του, ούτε σ’ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ που συμφώνησε μαζί τους. Μίλησαν όμως στους αποστόλους, ούτε τόλμησαν μα ούτε και μπορούσαν να μην τους πουν τα νέα, αφού έτσι τις πρόσταξε ο αθάνατος άγγελος. Πώς μπορούσαν να μην εκτελέσουν την εντολή του Θεού; Είναι σαφές λοιπόν, πως οι γυναίκες μίλησαν σ’ εκείνους που έπρεπε (βλ. Λουκ. κδ’ 10)· και πως δεν είπαν τίποτα σ’ αυτούς που δεν έπρεπε, τους οποίους φοβούνταν.
Έτσι τέλειωσε η επίσκεψη που έκαναν οι Μυροφόρες γυναίκες στο μνημείο του Χριστού το πρωί της Ανάστασης. Τα φτωχά τους μύρα, που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για να συντηρήσουν από τη φθορά Εκείνον που τηρεί τους ουρανούς από τον αφανισμό, να μυρώσουν Αυτόν που χαρίζει στους ουρανούς το άρωμά Του, έμειναν στα χέρια τους.
Κύριε, είσαι το μόνο άρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης στην ιστορία του. Πόσο πλούσια και θαυμαστά αποζημιώνεις τις αφοσιωμένες ψυχές που δεν σε ξέχασαν νεκρό μέσα στο μνήμα Σου!
Έκανες τις Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης και της δόξας Σου. Δεν έχρισαν το νεκρό Σου σώμα· Εσύ έχρισες τις ζωντανές ψυχές τους με το μύρο της χαράς. Εκείνες που θρηνούσαν το νεκρό Κύριο, έγιναν χελιδόνια της καινούργιας άνοιξης, άγιοι στην ουράνια βασιλεία Σου.

Αναστημένε Κύριε, με τις προσευχές τους ελέησέ μας, σώσε μας, ώστε να σε δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα τώρα και πάντα και τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα», ομιλίες Γ΄, Αθήνα 2011, σ. 64-82)

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

 

 
Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ανάμεσα στο 275 και στο 285 και θανατώθηκε το 296 ή το 303 μ.Χ. Οι γονείς του Αγίου Γεωργίου ήταν χριστιανοί, ο πατέρας του είχε ελληνική καταγωγή και ήταν από την Καππαδοκία και η μητέρα του ήταν από την Παλαιστίνη. Όταν ήταν 10 ετών πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του τον πήρε στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης όπου τον μεγάλωσε και τον μόρφωσε. Στην ηλικία των 18 ετών, κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό στη Νικομήδεια. Διακρίθηκε σε πολύ μικρή ηλικία ο Άγιος Γεώργιος και πήρε τον βαθμό του χιλίαρχου. Αργότερα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον έκανε διοικητή με τον τίτλο του κόμη. Ο Άγιος Γεώργιος ονομάζεται τροπαιοφόρος για την ανδρεία του και για τον ηρωϊσμό του στις μάχες. Ο Διοκλητιανός, αφού αντιμετώπισε τις εξωτερικές απειλές στράφηκε στην αναδιοργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποφάσισε ότι οι υπήκοοί του θα πρέπει να τον λατρεύουν ως θεό και ξεκίνησε διωγμούς κατά των Χριστιανών. Έκλεισε τους χριστιανικούς ναούς, εξόρισε ή βασάνισε και οδήγησε στο μαρτύριο Χριστιανούς που δεν πρόδιδαν την πίστη τους, απομάκρυνε από τον στρατό και τις υπηρεσίες τους Χριστιανούς.
Έκανε τρεις συνελεύσεις για να οργανώσει τους διωγμούς, στις οποίες μπορούσαν να είναι παρόντες οι αξιωματούχοι. Ο Άγιος Γεώργιος πήρε το λόγο, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και πήρε θέση ενάντια στο διωγμό των Χριστιανών. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη του Αγίου Γεωργίου. Στην φυλακή βασανίστηκε για την πίστη του και υπέμεινε τους πόνους με προσευχή. Αρχικά τον έδεσαν ξαπλωμένο ανάσκελα και έβαλαν επάνω του έναν μεγάλο βαρύ λίθο. Στη συνέχεια τον έδεσαν στον τροχό, που είχε περιστρεφόμενα μαχαίρια που έκοβαν τις σάρκες. Ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο και τα τραύματά του θεραπεύτηκαν. Όταν αυτό έγινε γνωστό, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος παρουσιάστηκαν στον Διοκλητιανό μαζί με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό, με αποτέλεσμα ο Διοκλητιανός να διατάξει την θανάτωσή τους. Η μνήμη τους τιμάται στις 23 Απριλίου.
Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός
Ο Διοκλητιανός διέταξε τότε να φτιάξουν μια στέρνα, να τη γεμίσουν με ασβέστη και να κλείσουν εκεί τον Άγιο Γεώργιο για τρεις ημέρες. Όταν άνοιξαν την στέρνα, αντί να βρουν το σώμα του Αγίου καμένο και διαλυμένο, τον βρήκαν όρθιο να προσεύχεται. Ο λαός αναγνώρισε το θαύμα κι έλεγε ότι είναι μεγάλος ο Θεός του Γεωργίου, αλλά ο αυτοκράτορας θεώρησε ότι ήταν κάποιου είδους μαγεία. Ο Άγιος Γεώργιος του απάντησε ότι αυτό δεν ήταν μαγεία ή αγυρτεία, αλλά αποτέλεσμα της θείας χάρης και ο Διοκλητιανός διέταξε να πυρακτώσουν μεγάλα σιδερένια παπούτσια και υποχρέωσαν τον Άγιο να περπατήσει φορώντας τα. Ο Άγιος Γεώργιος περπατούσε και προσευχόταν χωρίς να παθαίνει τίποτα. Βλέποντας τα νέα θαύματα του Αγίου, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν αποτέλεσμα μαγείας και κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο. Αυτός έφερε δύο αγγεία με ισχυρά δηλητήρια και ο αυτοκράτορας διέταξε τον Γεώργιο να τα πιει.
Ο Άγιος έκανε την προσευχή του, ήπιε τα δηλητήρια και δεν έπαθε τίποτα. Τότε ο Αθανάσιος γονάτισε μπροστά στον Άγιο Γεώργιο και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, και θανατώθηκε από τον Διοκλητιανό. Η μνήμη του μάρτυρα Αθανασίου του από μάγων, τιμάται στις 23 Απριλίου. Η Αλεξάνδρα, σύζυγος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της, πίστεψαν στον Χριστό, φυλακίστηκαν από τον Διοκλητιανό και θανατώθηκαν την επομένη. Η μνήμη της βασίλισας Αλεξάνδρας και των υπηρετών της Απολλώ, Ισαακίου και Κοδράτου, που πίστεψαν στον Χριστό και θανατώθηκαν από τον Διοκλητιανό, τιμάται στις 21 Απριλίου. Ο Άγιος Γεώργιος είδε ενύπνιο, ότι σύντομα θα πάρει τον στέφανο του μαρτυρίου.
Το ξημέρωμα οι στρατιώτες τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό. Ο αυτοκράτορας του ζήτησε να θυσιάσει στον βωμό του Απόλλωνα. Ο Άγιος μπήκε στον ναό του Απόλλωνα, έκανε το σχήμα του σταυρού και τότε το είδωλο του Απόλλωνα έπεσε και κομματιάστηκε.
Ο Διοκλητιανός καταδίκασε τον Άγιο σε θάνατο δια αποκεφαλισμού. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης, από τον πιστό του υπηρέτη, Άγιο Πασικράτη. Εκεί, μετά το διάταγμα ανεξιθρησκείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Χριστιανοί ανέγειραν μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, όπου και κατέθεσαν τα ιερά του λείψανα. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου τιμάται στις 23 Απριλίου, αλλά αν η εορτή του πέσει μέσα στη Σαρακοστή, μετατίθεται στην Δευτέρα του Πάσχα. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.
 
πηγή: http://www.imverias.blogspot.com/2011/04/blog-post_25.html

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Μήνυμα του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Γρηγορίου

Αρχ. Γεωργίου

Πάσχα του 2012

«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν Αἴτιον» (Κανών τοῦ Πάσχα).
Νίκησε ὁ Χριστός μέ τόν Σταυρό Του τόν θάνατο καί ἐμεῖς γευόμαστε τίς ἀπαρχές τῆς νέας ζωῆς πού ἐξέβλυσε ἀπό τήν λογχευθεῖσα πλευρά Του.
Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία καί δοξολογεῖ τόν Αἴτιο τῆς νέας βιοτῆς μας, διότι ὁ Χριστός εἶναι ὅλος ἡ ζωή μας, εἶναι ἡ Αἰώνιος Ζωή μας.
Νικήθηκε ὁ θάνατος, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ νέα ζωή, ἀλλά ἐμεῖς δέν εἴμα στε οὔτε πάντοτε οὔτε ὅλοι μέτοχοι αὐτῆς τῆς ζωῆς. Περιφέρουμε δυστυχῶς τόν θάνατο, στόν βαθμό πού τόν φέρουμε μέσα μας.
Ὅσο μετέχουμε στό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν βάπτισί μας μέχρι τήν κηδεία μας, τόσο ἀντλοῦμε ζωή καί γινόμαστε ζωή. Μεταβάλλεται τό θνητόν τῆς ὑπάρξεώς μας σέ ἀθανασία. Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Χριστός «ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι. Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δέ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν. Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 15-17).
Ὁ κόσμος, ὅσοι δέν ζοῦν ἐν Χριστῷ, ὅσοι δέν εἶναι καινή κτίσις, δέν γνωρίζουν τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ μόνος νικητής τοῦ θανάτου. Δέν ὑπῆρξε οὔτε θά ὑπάρξῃ ἄλλος τρόπος νά νικηθῇ ὁ θάνατος, ἐκτός ἀπό αὐτόν πού ἐπενόησε ἡ ἄπειρος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἰκειοῦται ὁ ἀθά νατος Λόγος τοῦ Θεοῦ τόν δικό μας θάνατο καί τόν καταργεῖ μέ τήν Ἀνάστασί Του. Προσλαμβάνει τόν θάνατό μας καί μᾶς ἀντιπροσφέρει τήν ζωή.
Ὁ κόσμος πρέπει νά γίνῃ σῶμα Χριστοῦ γιά νά ζήσῃ. Ὅλοι μας πρέπει νά ὑπερβαίνουμε τούς καθημερινούς μας θανάτους, γιά νά γίνῃ ἡ ζωή οὐσία τῆς ὑπάρξεώς μας. Διότι θάνατος δέν εἶναι μόνο ὁ τερματισμός τῆς βιολογικῆς ἐπιγείου ζωῆς μας. Θάνατος εἶναι καί κάθε ἁμαρτία, ὅπως λέγει ἡ θεία Γραφή: «ᾗ δ᾽ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ [τοῦ καρποῦ τῆς παρακοῆς], θανάτῳ ἀπο θα νεῖσθε» (Γεν. β’ 17).
Ὅπως ἐπίσης ζωή, ἀληθινή ζωή, δέν εἶναι ἡ βιολογική μας ζωή ἀλλά ὁ Χριστός. Κάθε ἁμαρτία εἶναι ἕνας θάνατος. Κάθε μετάνοια εἶναι ἐπανάκλησις στήν ζωή. Ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας μέσα μας εἶναι νόμος θανάτου πρός θάνατον. Ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ νόμος τῆς Χάριτος, εἶναι νόμος ζωῆς πρός ζωήν.
Κόσμος δέν εἶναι μόνο οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας. Κόσμος δυστυχῶς γινόμα στε καί ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί στόν βαθμό πού δέν ζοῦμε κατά Χριστόν. Κόσμος εἶναι τό φρόνημα τῆς σαρκός, ἡ φιλαυτία μας, ἡ φιλαρ γυρία μας, ἡ φιλαρχία μας, οἱ φιλοδοξίες μας, τά πάθη μας, πού στίς ἡμέρες αὐτές περιγράφονται μέ τόν ὅρο «διαφθορά».
Ἰδιαίτερα ἐφέτος, μέσα σέ ἕνα τέτοιο κλίμα πού ὑποδαυλίζει τήν ἀπαι σιο δοξία, τά ἑορτολογικά γεγονότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τοῦ Πάσχα μᾶς καλοῦν νά μιμηθοῦμε τόν ἀγῶνα ὅλων τῶν τιμίων συνανθρώπων μας πού δέν ὑπέκυψαν στούς πειρασμούς τῆς «διαφθορᾶς», ἀλλά προτίμησαν τήν ἑκού σια πτωχεία τῆς ἀρετῆς. Μᾶς καλοῦν πέραν τούτου καί σέ ἀνώτερη βαθμίδα: νά μιμηθοῦμε τόν ὑπέρ ἡμῶν Παθόντα καί Ἀναστάντα Χριστό, ὁ ὁποῖος αὐτεξουσίως ὡς ἄνθρωπος, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινεν σταυρὸν αἰσχύνης» (Ἑβρ. ιβ’ 12).
Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ λαός μας εὕρισκε τόν τρόπο νά ἀνακάμψῃ οἰκονομικά προδίδοντας τόν Χριστό γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἡ ψυχή μας δέν θά τό δεχό ταν. Θά προτιμοῦσε τόν ἑκούσιο θάνατο μαζί μέ τόν Χριστό.
Εἶναι τραγικές κάποιες διακηρύξεις πολιτικῶν γιά τήν συμμαχία τους καί μέ τόν διάβολο, προκειμένου νά σωθῇ ἡ Πατρίδα.
Ὁ λαός μας ξέρει νά ἀνεβαίνῃ ἑκουσίως στόν σταυρό του μαζί μέ τόν Χριστό. Γιατί μόνο πίσω ἀπό αὐτόν τόν σταυρό βρίσκεται ἡ ἀνάστασις.

Ἀναμφίβολα ἡ θλιβερή οἰκονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική καί ἐθνική ἀβεβαιότητα τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἕνας θάνατος. Ἕνας θάνατος πού τοῦ ἐπιβάλλεται ἀπό ἐκείνους πού θέλουν τόν πνευματικό του ἀφανισμό, ἀπό ἐκείνους πού χρόνια τώρα μεθοδικά τοῦ ἀφῄρεσαν τά πνευματικά του ἐρεί σμα τα καί τόν ἄφησαν μετέωρο, ἀδύναμο, χωρίς πνευματικό δυναμισμό.
Ὅμως ὁ λαός μας ἔχει ἱστορία. Ἔχει γράψει καί ἄλλες πολλές ἡρωϊκές σελίδες σέ παρόμοιες περιστάσεις. Τότε πού εἶχε αὐθεντικά κριτήρια γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο, γιά τήν τιμή καί τήν ὐπόληψι. Τότε πού κέντρο τῆς ζωῆς του ἦταν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ὄχι οἱ τιμές τῶν χρηματιστηριακῶν ἀγορῶν. Τότε πού προτιμοῦσε νά εἶναι φτωχός ἀλλά ὄχι ἄδικος. Τότε πού μποροῦσε νά ζήσῃ ἐλεύθερος πολιορκημένος χωρίς νά προδώσῃ «ψυχή καί Χριστό». Τότε πού μποροῦσε νά γεννήσῃ Νεομάρτυρες καί νά φυλάξῃ τήν Ὀρθόδοξη ψυχή του, τό «πολύτιμον τζιβαϊρικόν», ὅπως ἔλεγε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης.
Τίς κρίσιμες ὧρες πού περνᾶ ἡ Πατρίδα μας μποροῦμε αὐτή τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα νά τίς κατανοήσουμε ὡς συνοδοιπορία της μέ τόν Χριστό πρός τόν Γολγοθᾶ καί ὡς συσταύρωσι μαζί Του. Μπορεῖ ὁ λαός μας σήμερα νά νοιώθῃ ὅτι σταυρώνεται, ἀλλά στό χέρι του εἶναι νά ὁμολογῇ μαζί μέ τόν εὐγνώμονα ληστή: «ἡμεῖς μὲν δικαίως, ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνο μεν· οὗτος δὲ [ὁ Χριστός] οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξεν» (Λουκ. κγ’ 41). Μπορεῖ τότε νά ἀπευθύνεται μέ θάρρος στόν Χριστό καί νά τοῦ λέγῃ: «Ἰησοῦ, μνήσθητί μου ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ’ 43). Εἶναι βέβαιον ὅτι τότε ὁ Κύριος θά λυτρώσῃ τόν λαό μας ἀπό τήν καταδυναστεία τῶν ἰσχυρῶν, διότι πίσω ἀπό τόν ἑκούσιο Σταυρό τοῦ Γένους πάντοτε ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάστασις.
Ἀδελφοί,Ὁ νικητήριος παιάνας τῆς Ἐκκλησίας, τό «Χριστός Ἀνέστη», θά ἠχήσῃ καί ἐφέτος γιά νά συνεγείρῃ τούς δεσμίους τοῦ ᾍδου. Ἐλπίζουμε ὅτι ἡ Πα τρίδα μας, ἄν καί πολλαπλῶς δεσμία στόν δικό της σύγχρονο ᾍδη, θά ἀκούσῃ τόν Λυτρωτή καί θά τόν ἀκολουθήσῃ σέ μία λαμπρή συνανάστασι μαζί Του. Ὁ Ἀναστάς Κύριος προτείνει τήν παντοδύναμη δεξιά Του. Ἄς τοῦ ἁπλώσουμε ἐμεῖς τό δικό μας χέρι, τήν προσωπική καί συλλογική μας μετάνοια. Θά μᾶς ἀναστήσῃ. Ὁ σταυρός μας, ὁ σταυρός τῆς Πατρίδος μας, τῶν συμπολιτῶν μας, δέν θά εἶναι τό σκοτεινό τέρμα. Θά γίνῃ ἡ χαρά μας. Θά γίνῃ ὁ προ άγγελος μιᾶς νέας ἐπιγείου βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ζωῆς ἡ ἀπαρχή, διότι ὄντως ὁ Χριστός Ἀνέστη!
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
+ Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος
Ἅγιον Πάσχα 2012

http://www.agioritikovima.gr/agnea/6039-grigoriou-geοrgios-i-oikonomiki-krii-einai

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Το θαυμα μίας αμαρτωλής γυναίκας...


 
Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἕνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος τῆς εἶναι μεγάλος, διότι ἤδη ἔχει χάσει ἄλλα δυό παιδιά, καί τώρα ἔβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὅσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της.
Ἦταν ἤδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν ὅλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἕνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμή’’ καί ἀπό παρόρμησι πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνη τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου.
Σάν τό ἄκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μία κουβερτούλα, τό ἕσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἔφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε.
Σέ μία στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά τῆς μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή "δουλειά της", ἦταν πόρνη.
Μόλις ἔφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί τῆς ἔβαλε μέ βία τό παιδάκι τῆς μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἔπεσε στά πόδια της καί φώναξε: Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!
Τά ἔχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια τῆς μία μάνα, στά χέρια τῆς ἕνα παιδί πού ἔσβηνε. Τό εἶδε ὅτι ἔσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις ;τελείωσα τήν δουλειά μου. Ἄν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἄκουσε τουλάχιστον αὐτή τή πονεμένη μάνα.
Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἄνοιξε τά ματάκια του, φώναξε μανούλα μου; κι ἅπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ὅτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ τό τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἔκανε τό θαῦμα Του!
Ὁ Θεός ἄκουσε τή προσευχή μίας ἁμαρτωλῆς, μίας πόρνης καί ὄχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στή ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὥστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον ἄλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Δόξα στό Ὄνομά σου, Κύριε!

Πηγή: π. Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου, Πνευματικές διαδρομές στούς μακαρισμούς

Η Ζωοδόχος Πηγή.


Ήταν γύρω στα 450μχ, όταν ένας βυζαντινός στρατιώτης, Λέοντας στο όνομα, έκοβε βόλτες σ΄ ένα δασάκι στα μέρη της βασιλεύουσας, όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο να του ζητάει λίγο νερό για να σβήσει τη δίψα του. Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να του βρει και να του φέρει νερό. Έψαξε λοιπόν, στο δάσος για να βρει νερό αλλά μάταια και έτσι, επέστρεφε λυπημένος.

Τότε όμως, άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει: «Ου χρεών σε, Λέων, αγωνιάν, το γαρ ύδωρ εγγύς», δηλαδή, «Δεν χρειάζεται Λέων να αγωνιάς, να άγχεσαι, να στεναχωριέσαι, το νερό είναι δίπλα σου». Και πάλι ακούει τη φωνή την άγνωστη να τον προστάζει: «Λέων βασιλιά, πάρε απ΄ το νερό αυτό και δώσε να πιει να ξεδιψάσει ο τυφλός άνθρωπος και κάτι ακόμα, άλειψε μ΄ αυτό τα μάτια του και αμέσως θα καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ».

Έτσι πράγματι έπραξε ο Λέοντας και παρευθύς ο τυφλός ανέβλεψε. Αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν και τα μάτια του Λέοντα ο οποίος τώρα, κατάλαβε πως εκείνη η φωνή που του μιλούσε ήταν της Παναγίας που έκανε αυτό το θαύμα και του μίλησε και πως επίσης, σ΄ Εκείνην τη Μεγαλόχαρη, οφείλεται και το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του τυφλού.

Ακόμη, θαύμα αξιοθαύμαστο ήταν και η εύρεση της πηγής του σωτήριου αυτού νερού. Αλλά θαύμα ήταν και η επαλήθευση της προσφώνησης από την Παναγία, του Λέοντα , ως βασιλιά. Διότι πράγματι ο Λέων, το 486μ.Χ, ανέβηκε στον θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως Λέων ο Α΄ ο Θράξ, ο επονομαζόμενος και Μακέλλης(457-474), και τον οποίο η Αγία Εκκλησία μας ως Άγιο τον τιμά στις 20 του Ιανουρίου. Αμέτρητα τα θαυμάσια σου Παναγία μας.

Ο Λέων, ως αυτοκράτορας πλέον, θα αναγείρει επί της θαυματουργής πηγής, θαυμάσιο Ναό αφιερωμένο στην Παναγία τη Ζωοδόχου Πηγή για να θυμίζει τις δωρεές της Θεοτόκου προς εκείνον αλλά και όλες τις μεγάλες ευεργεσίες της προς το γένος των ανθρώπων.

Στην θαυματουργή πηγή αυτού του ιερού Ναού, βρήκε τη γιατρειά και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α΄, ο Λέοντας ο ΣΤ΄ ο Σοφός, η γυναίκα του, Αγία βασίλισσα Θεοφανώ, ο Ρωμανός Α΄ ο Λεκαπηνός και η γυναίκα του, ο Πατριάρχης Στέφανος (886-912), ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης(964-966), αλλά και πλήθος ακόμη, άρχοντες και απλοί άνθρωποι εκεί γιατρεύτηκαν. Μέχρι και νεκρό ανέστησε το αγιασμένο νερό της Ζωοδόχου Πηγής.

Το Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, γκρέμισαν οι Τούρκοι για να φτιάξουν με τα υλικά του το τέμενος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ. Οι χριστιανοί στη θέση αυτή έχτισαν ένα παρεκκλήσι και αργότερα ένα πιο μεγάλο Ναό(1835).

Αυτού του ιερού Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής, τα εγκαίνια εορτάζει η Εκκλησία μας την Παρασκευή της Διακαινησίμου.

Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το αγίασμα του «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στα τουρκικά σημαίνει ψάρι και η παράδοση μας λέει πως εκεί δίπλα στο αγίασμα, στις 29  Μαΐου 1453 ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι. Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν απ΄ το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα θα πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Και πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος. Μέχρι σήμερα δε, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια και μάλιστα σαν να είναι μισοτηγανισμένα απ΄ την μια πλευρά.

Πέρα όμως από θρύλους και παραδόσεις, η Παναγία μητέρα του Χριστού και μητέρα πάντων των χριστιανών, παραμένει για όλους μας η Πηγή της Ζωής, καθότι Εκείνη έφερε τη Ζωή, το Χριστό στον κόσμο, ελπίδα και προστασία μας, «καταφυγή τε σκέπη και αγαλλίαμα».

Τσαγκάρη Παναγιώτη Θεολόγου


Απολυτίκιον Ζωοδόχου Πηγής

Ήχος α΄

Ο ναός σου Θεοτόκε ανεδείχθη παράδεισος, ως ποταμούς αειζώους αναβλύζων ιάματα ώ προσερχόμενοι πιστώς, ως Ζωοδόχου εκ Πηγής, ρώσιν αντλούμεν, και ζωήν την αιώνιον, πρεσβεύεις γαρ συ τω εκ σου τεχθέντι, Σωτήρι Χριστώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Μεγαλυνάριον
Ύδωρ το ζωήρυτον της Πηγής, μάννα το προχέον, τον αθάνατον δροσισμόν το νέκταρ το Θείον την ξένην άμβροσίαν το μέλι το εκ πέτρας, πίστει τιμήσωμεν.


ΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ ( ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ )

  Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη τη μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ τις σαράντα κι ύστερα πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
-Αν μας φυλαγ΄ η Παναγιά, καθώς μας εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη ;
Ρίχτει τα δίχτυα στο γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
-Θεός να τα 'βλογήσει


Το λάδι βάλλει στη φωτιά μες στ αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ' από τη μια και πα να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
0 παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τα 'χασεν ο γέρος !
Mην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη τη μεγάλη !
την Πόλη την έξακουστη οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μάς κόβουν το κεφάλι!
- Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι ' Αγαρηνού ποδάρια !
Μου φαίνεται σαν ψέμα !
Μ' αν ειν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια,
να πέσουν μες στο ρέμα !
Ακόμα ο λόγος βάσταγε, τα ψάρια απ' το τηγάνι,
τη μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε και πέσανε στης λίμνης τη λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμα ως τώρα πλέουνε, κόκκιν' από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν' αναστηθή,
κι ο γέρος να τ' αποτηγανίση.


( Ατθίδες Αύραι ) Γεώργιος Bιζυηνός

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου (Ἀπάντηση στοὺς ἀρνητές της)

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΩΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ
ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΩΝ

Σὰν μυτερὴ λόγχη καρφώθηκε στὴν καρδιὰ τοῦ Ἅδη ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐνῶ ὁ στρατιώτης κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ «ἔνυξεν» τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, τὸ θανατηφόρο χτύπημα δόθηκε, ἀόρατα καὶ ἀθέατα γιὰ τοὺς πολλούς, ὄχι στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ - πὼς ἄλλωστε νὰ πεθάνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ζωῆς; - ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸ σατανᾶ καὶ τὸ βασίλειό του, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε αἱμορραγεῖ καὶ μάλιστα θανάσιμα. Ὡς ἱστορικῶς ἀναμφισβήτητο γεγονὸς ὑψίστης σημασίας, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναπλάσεως καὶ τῆς ζωῆς, γιὰ κάθε χωματένιο καὶ θαμμένο στὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο, ἐὰν φυσικὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ ἐπιθυμεῖ.
Ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ Γολγοθᾶ ὑπῆρξε ἡ μεγαλύτερη ἐξιλαστήρια θυσία ὅλων τῶν αἰώνων καὶ γιὰ ὅλο τὸ Σύμπαν, γιὰ τὸν ὁρατό, μὰ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο. Γιατὶ μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἕνωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ συμφιλίωσε τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ τὴν ἀνάστασή Του ὁ μοναδικός Θεάνθρωπος τῆς ἰστορίας, ἔσχισε τὸ χειρόγραφο τῆς ἔχθρας πάνω στὸ σταυρό, ἀνακεφαλαίωσε τὰ πάντα στὸν ἐαυτό Του καὶ ἀνέστησε τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο, ποὺ βρισκόταν ὑπόδικος καὶ δέσμιος στὰ χέρια τοῦ «ἀντιδίκου» διαβόλου, ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τοῦ προπατορικοῦ ἀμαρτήματος. Καὶ θυμίζει συμβολικὰ ἡ θυσία Του, τὸ τρύπημα τοῦ στήθους τῆς πελεκάνας μάνας μὲ τὸ ράμφος της, γιὰ νὰ θρέψει τὰ παιδιά της, ὅταν κινδυνεύουν νὰ πεθάνουν ἀπὸ πεῖνα. Θανατώθηκε ἑκούσια Ἐκεῖνος, ὁ ἀναμάρτητος, γιὰ νὰ ζωοποιηθοῦμε ἐμεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί. Ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει: «ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου, μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος γιὰ χάρη μας κατάρα» (Γαλ. γ´ 13). Ἀπὸ τὴν ἀνοιγμένη πλευρά Του προῆλθε ἡ νέα Εὔα, ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι μία ἀστείρευτη πηγὴ ζωῆς. Τώρα πιὰ ὁ καθένας ἔχει τὴ δυνατότητα «νὰ μὴ χαθεῖ, ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. γ´ 16).
Μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοὺ Κυρίου ἐκπληρώθηκαν καὶ ὁλοκληρώθηκαν κατὰ γράμμα ὅλες οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἀφοροῦσαν στὸ πρόσωπό Του, γεγονός ποὺ ἕναν ἀντικειμενικὸ ἐρευνητὴ τὸν καθιστᾶ ἀπὸ ἄθεο, πιστὸ χριστιανό, ἢ ἀπὸ ἀπλὰ πιστό, συνειδητότερο καὶ πιὸ ὑπεύθυνο. Νά μερικὲς ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες αὐτὲς μαρτυρίες τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ: «Τρύπησαν τὰ χέρια μου καὶ τὰ πόδια μου», ἀναφωνεῖ ὁ βασιλιᾶς Δαυΐδ (Ψαλμ. 21). Ποτὲ ὅμως ὁ Δαυῒδ δὲν σταυρώθηκε, οὔτε ὑπῆρχε στὴν ἐποχή του ἡ ποινὴ τῆς σταυρώσεως. Ἐμφανέστατα προφητεύει τὴν Σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ. «Δὲν θὰ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχή μου στὸν ᾅδη, οὔτε θὰ ἐπιτρέψεις νὰ γνωρίσει ὁ ἅγιός σου ῾διαφθορά᾿ (σωματικὴ ἀποσύνθεση)» (Ψαλμ. ιε´). Ὁ «προφητάναξ» ἀσφαλῶς ἐγνώριζε ὅτι τὸ σῶμα του μετὰ τὸ θάνατό του θὰ ἀκολουθοῦσε τοὺς νόμους τῆς φθορᾶς τῆς φύσεως. Δὲν μιλᾶ λοιπὸν γιὰ τὸ δικό του θάνατο, ἀλλὰ γιὰ τὸν τριήμερο θάνατο τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ «ἀναλλοίωτος βασιλεὺς» δὲν ἐγνώρισε σωματικὴ ἀποσύνθεση, ἀφοῦ εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας ἐνσαρκωμένο καὶ Θεὸς ὁ ἴδιος.
Ξεκάθαρα ἀκόμη ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν ποιητή, προφήτη καὶ βασιλέα Δαυῒδ στὸν Ψαλμ. ρθ´, ποὺ θεωρεῖται γι᾿ αὐτὸ χριστολογικός, ὅταν λέγει: «Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου: Κάθησε στὰ δεξιά μου μέχρις ὅτου κάνω τοὺς ἐχθρούς σου χαλάκι γιὰ τὰ πόδια σου». Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός-Πατέρας ἀπευθύνεται στὸν Θεό-Ὑιό του (καὶ οἱ δύο ἀποκαλοῦνται ἄλλωστε ἀπὸ τὸν Δαυῒδ μὲ τὸ ὄνομα «Γιαχβέ»), ὅτι ὁ δεύτερος Κύριος (ὁ Χριστός) ἤδη κάθεται στὰ δεξιὰ τῆς Θεότητας μετὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν σταυρώσουν, θὰ τὸν θανατώσουν καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν (διαχρονικῶς μὲ τὴν ἀθεΐα, τὶς αἰρέσεις καὶ τὴν ἀνηθικότητα) ἀλλὰ στὸ τέλος ὅμως (στὴ Δευτέρα Παρουσία Του) θὰ ὑποταχθοῦν στὸ θέλημά Του (θὰ γίνουν «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν Του»).
Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὁλοκάθαρα ἀναφωνεῖ: «Αὐτὸς φέρει πάνω του τὶς ἀμαρτίες μας καὶ γιὰ μας ὑποφέρει» (κεφ. 53), ἔχοντας ἐνώπιόν του τοὺς λόγους τῶν παθῶν τοῦ Μεσσία. Μία ἄλλη μαρτυρία τοῦ προφήτη Ζαχαρία ἀφορᾶ στὸ σταυρικὸ θάνατο τοῦ ἐκλεκτοῦ: «Θὰ ἀτενίσουν ἐμένα τὸν ὁποῖον ἐλόγχισαν» Καὶ τέλος: «κόκκαλό του δὲν θὰ συντρίψετε» (Ἔξ. ιβ´ 10, Ἀριθ. θ´ 12). Πράγματι ἐνῶ οἱ στρατιῶτες ἐσπασαν τὰ μηριαῖα ὀστὰ τῶν δὺο ἄλλων κακούργων γιὰ νὰ ἐπιφέρουν γρηγορότερο θάνατο, τὸν Ἰησοῦ δὲν τὸν ἄγγιξαν, διότι εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει. Ἀλλὰ καὶ ἡ προφητεία τοῦ τραγικοῦ ποιητῆ Αἰσχύλου πραγματοποιήθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν «Προμηθέα Δεσμώτη» μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἑρμῆ, πρὸς τὸν δεμένο στὸν Καύκασο Προμηθέα: «Δὲν θὰ πάρουν τέλος τὰ βάσανά σου, μέχρις ὅτου κατέβει ἕνας θεὸς στὰ βάθη τοῦ ἅδη γιὰ νὰ πάρει πάνω του τὰ πάθη σου».
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ θανάτου Του (Παρασκευὴ 3μ.μ. ἕως Κυριακὴ πρωὶ) ὁ σωτήρας τῶν ὅλων (ἡ θεότητα μαζὶ μὲ τὴν ψυχή του) κήρυξε στὰ «ἐν τῇ φυλακῇ πνεύματα» τοῦ ᾅδη τὸ εὐαγγέλιο τῆς λύτρωσης. Αὐτὸν δηλαδὴ τὸν Ἴδιον. Καὶ ἔσωσε πολλούς (Α´ Πέτρ. γ´ 18-20), ἐνῶ τὰ εὐσεβῆ μέλη τοῦ Μ. Συνεδρίου, Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος, ἀποκαθήλωναν καὶ ἔθεταν τὸ «ἄπνουν» ἔνδοξο σῶμα σὲ ἀμεταχείριστο καὶ καινούριο μνῆμα. Δεκαέξι ἔνοπλοι στρατιῶτες στὴ συνέχεια ἐπιτηροῦσαν τὴ σφραγισμένη εἴσοδο.
Γιὰ τὸν φιλόσοφο Ρενάν, πολὺ ὀρθὰ «ὁ Χριστιανισμός στηρίζεται πάνω στὸν ἄδειο τάφο τοῦ Ἰησοῦ». Γιατὶ «ἂν ὁ Χριστός δὲν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς», ἐπισημαίνει ὁ ἀπ. Παῦλος, «εἶναι μάταιη ἡ πίστη μας καὶ κενὸ τὸ κήρυγμά μας». Μὰ ὁ Χριστός άληθινὰ «σηκώθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς», συνεχίζει, καὶ ἀποτελεῖ ἡ ἀνάστασή Του τὴν «ἀρχὴ τῆς ἀνάστασης ὅλων τῶν κεκοιμημένων» (Α´ Κορ. ιε´ 20). Ἡ ἀνάστασή Του ἔγινε ἡ «ἐγγύηση καὶ ἡ ἀφετηρία τῆς ἀνάστασης ὅλων. «Μέσα στὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν» (Α´ Κορ. ιε´ 20-21), ἀφοῦ ἐκεῖνος εἶναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» καὶ ὅποιος πιστεύει σ᾿ Αὐτὸν «κι ἂν ἀκόμη πεθάνει, θὰ ζήσει» (Ἰω. ια´ 25).
Πολλοὶ καὶ ἰδιαίτερα στοὺς αἰῶνες τοῦ Διαφωτισμοῦ (17ος, 18ος, 19ος αἰ.) ἀμφισβήτησαν τὴν πραγματικότητα τῆς «ἐκ νεκρῶν ἔγερσης» τοῦ θεανθρώπου καὶ οἱ κατηγορίες συνοψίζονται σὲ τρεῖς κυρίως:
1. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε, ἰσχυρίζονται, ἀλλὰ λιποθύμησε πάνω στὸν Σταυρὸ. Ἀργότερα μέσα στὸν τάφο συνῆλθε, βγῆκε καὶ παρουσιάσθηκε στοὺς μαθητές του ὡς ἀνάστημένος.
2. Οἱ μαθητές του δῆθεν ἔκλεψαν τὸ πτῶμα του, τὸ ἔκρυψαν καὶ παρουσίασαν τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ δάσκαλός τους ἀναστήθηκε.
3. Οἱ μυροφόρες καὶ οἱ μαθητές του «φαντάστηκαν» ἀνάστημένο τὸν Ἰησοῦ, γιατὶ τὸν ἀγαποῦσαν πολὺ καὶ τὸν εἶχαν πιστέψει ὅσο ζοῦσε.

1. Η ΔΗΘΕΝ ΛΙΠΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ
Ὅσον ἀφορᾶ στὴν πρώτη ἀντιχριστιανικὴ ἐπίθεση, ἔχουμε νὰ παρατηρήσουμε τὰ ἑξῆς:
  • Ὁ Χριστός δέχθηκε ἰσχυρὸ λόγχισμα πάνω στὸν Σταυρό, ἀπ᾿ τὴν πληγὴ τοῦ ὁποίου ἔτρεξε «ὕδωρ καὶ αἷμα». Ἀπόδειξη ὅτι εἶχε πεθάνει, ἀφοῦ ἐξηγεῖται θαυμάσια σήμερα ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ὅτι μόνο σὲ ἕνα νεκρὸ σῶμα, μὲ τὸ πλῆγμα ποὺ δέχθηκε, θὰ μποροῦσε νὰ ἐμφανισθεῖ αἷμα καὶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴ πληγή.
  • Ὁ ἴδιος πρὸ τοῦ θανάτου του «κράξας φωνῇ μεγάλῃ» (Ματθ. κζ´ 50) ἀνεφώνησε «τετέλεσται», ποὺ σημαίνει ὅτι τὴν ὥρα ἐκείνη «κλίνας τὴν κεφαλήν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. ιθ´ 30).
  • Οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες ἧσαν οἱ πλέον ἔμπειροι στὸν σταυρικὸ θάνατο, λόγω τῶν, ἀπείρου πλήθους, σταυρωμένων ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ ὥς ἐκ τούτου δὲν θὰ ξέφευγε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανείς ζωντανός. Ἄλλωστε πιστοποίησαν διὰ τοῦ Κεντυρίωνος στὸν Πιλᾶτο ὅτι εἶχε πεθάνει ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖνος τότε «ἐθαύμασε ποὺ εἶχε ἦδη πεθάνει καὶ παρέδωσε τὸ σῶμα γιὰ νὰ ταφεῖ».
  • Ποτὲ καὶ γιὰ κανένα σταυρωμένο δὲν ἀναφέρεται στὴν ἰστορία πὼς ἐπέζησε κατόπιν ἀπὸ τὸ μαρτύριο. Ὁ θάνατος ἐπερχόταν μετὰ ἀπὸ τρεῖς, ἢ τὸ ἀργότερο ἕξη ὧρες, ἐξαιτίας τοῦ πόνου καὶ τῆς άκατάσχετης αἱμορραγίας ἀπὸ τὰ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὶς πληγές, ἀπὸ τὴν ἀσφυξία ποὺ προξενοῦσε τὸ σχῆμα τοῦ σώματος πάνω στὸ σταυρό, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου στὸν ἐγκέφαλο καὶ τὴν διακοπὴ τῆς καρδιακῆς λειτουργίας.
  • Οἱ ἴδιοι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν παραδεχτεῖ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐγνωστοποίησαν στὸν Πιλᾶτο, ζητῶντας νὰ φυλάξουν στρατιῶτες τὸ μνῆμα, μήπως κλέψουν οἱ μαθητές του τὸ σῶμα του καὶ διαδώσουν ὅτι ἀναστήθηκε, ὅπως τὸ εἶχε ἀναγγείλει ὁ ἴδιος, ἐνῶ ἀκόμη ζοῦσε.
  • Καὶ ἂν ἀκόμη, ὑποθετικὰ μιλῶντας, εἶχε λιποθυμήσει ὁ Ἰησοῦς πάνω στὸν Σταυρό, θὰ πέθαινε σίγουρα ἀπὸ ἀσφυξία μέσα στὸν τάφο, φασκιωμένος καὶ περιτυλιγμένος μὲ σάβανα καὶ στὸ στόμα καὶ στὴ μύτη, χωρίς νὰ μπορεῖ νὰ άναπνεύσει ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀρώματα, τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλη ταλαιπωρία, τὶς λιποθυμικὲς τάσεις καὶ τὶς πληγές ποὺ ὑπέστη. Ἀκόμη ἡ δροσερότητα τοῦ βράχου τοῦ τάφου, ποὺ θὰ ἔριχνε πολὺ περισσότερο τὴν έλάχιστη θερμοκρασία τοῦ σώματος, θὰ ἐπέφερε ἀσφαλῶς τὸν θάνατο. Ὅλα αὐτὰ ἀπομακρύνουν κάθε ὑποψία περὶ σοβαρότητας τοῦ ἐπιχειρήματος.
  • Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ξετυλιχθεῖ ἄλλωστε μόνος, ἐνῶ βρισκόταν σὲ ἡμιθανῆ κατάσταση και δεμένος χειροπόδαρα, νὰ μετακινήσει ἀκόμα τὸν τεράστιο ὀγκόλιθο ποὺ ἔκλεινε τὴν ὀπὴ τοῦ μνήματος γιὰ νὰ βγεῖ ἔξω;

2. Η ΔΗΘΕΝ ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Ή ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ
Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δεύτερη κατηγορία τῆς κλοπῆς τοῦ σώματος, ἀπαντοῦμε:
  • Τὸν τάφο φύλαγαν δεκαέξη ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες, γνωστοὶ γιὰ τὴν αὐστηρὴ πρὸς τὸ καθῆκον ὑπηρεσία τους. Γνώριζαν πόσο σκληρὰ θὰ τιμωροῦνταν σὲ περίπτωση ποὺ δὲν θὰ ἔκαναν καλὰ τὸ καθῆκον τους.
  • Δὲν συνέφερε τοὺς Ἰουδαίους νὰ κλαπῇ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, γιατὶ ἤθελαν νὰ σβηστῇ ἡ μνήμη του ἀπὸ προσώπου γῆς καὶ ὄχι νὰ φανερωθῇ στὴ συνέχεια ἄλλη φήμη, αὐτὴ τῆς ἀναστάσεώς του. Ἐξάλλου οἱ ἴδιοι παρεκάλεσαν γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ τάφου. Ἄν εἶχαν ἀκόμη τὸ σῶμα ἐκεῖνοι, θὰ τὸ παρουσίαζαν στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταρρίψουν τὴν ὑπόθεση περὶ ἀναστάσεως, ποὺ κήρυτταν οἱ μαθητές του. Πάντως, οἱ Ἰουδαῖοι πίστεψαν ἔμμεσα καὶ ἐκεῖνοι στὴν Ἀνάσταση, ἐφόσον δωροδόκησαν τοὺς φρουροὺς γιὰ νὰ διαδώσουν πὼς τὸν ἔκλεψαν οἱ μαθητές. Στὴν πράξη, δηλαδή, ὁμολόγησαν ὅτι τὸ σῶμα δὲν βρέθηκε ἐκεῖ.
  • Οἱ μαθητὲς δὲν θὰ διακινδύνευαν οὔτε κατὰ διάνοιαν μία κλοπὴ τοῦ σώματος τοῦ διδασκάλου τους, διότι πρῶτα–πρῶτα φοβόντουσαν πάρα πολὺ γιὰ τὴ ζωή τους, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλοι τους ἀρνήθηκαν τὸν Χριστὸ τὴν ὥρα τῆς ἀνάγκης του καὶ κλείστηκαν σὲ συγγενικὰ σπίτια. Ἔπειτα ἂν θὰ ἀνασταινόταν ὁ Ἰησοῦς, δὲν θἀ ὑπῆρχε λόγος κλοπῆς, ἐνῷ ἂν δὲν θὰ ἀνασταινόταν, ποιὸς ὁ λόγος νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ πάρουν τὸ σῶμα του, μιᾶς καὶ διαψεύστηκαν οἱ ἐλπίδες τους καὶ βγήκε ἀναληθὴς ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον πίστεψαν; Ἂν πράγματι φάνηκαν τόσο δειλοὶ οἱ μαθητές ὅσο ἀκόμα ζοῦσε ὁ Χριστός, μετὰ τὸ θάνατό του δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν χαθεῖ ἀπὸ προσώπου γῆς γιὰ νὰ μὴν συλληφθοῦν καὶ νὰ μὴν μποῦν σὲ θανατηφόρους μπελάδες ἀπὸ τὴν πανίσχυρη ρωμαϊκὴ ἐξουσία καὶ τὸ ἰουδαϊκὸ ἱερατεῖο;
  • Τὰ «ἐντάφια σπάργανα» μὲ τὰ ὁποῖα τυλίχτηκε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ βρέθηκαν κανονικὰ τακτοποιημένα καὶ διπλωμένα στὸν ἄδειο τάφο. Ἕνας ἢ περισσότεροι κλέφτες δὲν θἄκαναν κάτι τέτοιο, ἀλλὰ θἄφευγαν τὸ γρηγορότερο. Ἀκόμη, ἂν ἤθελαν κάποιοι νὰ τὸν κλέψουν, δὲν θὰ τὸν ἔκλεβαν γυμνό, γιατὶ θὰ ἔκαναν πράξη τὸσο ἀτιμωτική, ὅσο καὶ ἀνόητη. Ἀνόητη, γιατὶ θὰ δαπανοῦσαν πολὺ χρόνο νὰ ξεκολλήσουν ἀπὸ τὸ σῶμα τὰ ὀθόνια, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πολλὴ σμύρνα, ποὺ εἶχαν περιχυθεῖ, δὲν θὰ ἦταν καθόλου εὔκολο νὰ ξεκολλήσουν καὶ θὰ κινδύνευαν νὰ συλληφθοῦν ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ.
  • Στὴν περίπτωση τῆς κλοπῆς, ἐρωτοῦμε: Δὲν θὰ βρισκόταν ἔστω καὶ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ συνήργησαν, ὁ ὁποῖος θὰ πρόδιδε τὴν πράξη, εἴτε ἀπὸ ἔλεγχο τῆς συνείδησης, εἴτε ἀπὸ ἐλπίδα ἀμοιβῆς, ἥ πάνω σὲ μιὰ συζήτηση ὑποσυνείδητα ἀκόμη; Καὶ γιατί δὲν κατηγορήθηκαν καὶ δὲν φυλακίσθηκαν οἱ «κλέφτες μαθητές»; Γιατὶ δὲν τιμωρήθηκαν οἱ στρατιῶτες ποὺ δῆθεν δὲν φύλαξαν καλὰ τὸν τάφο καὶ «αὐτῶν κοιμωμένων», ἔκλεψαν τὸ θεῖο σῶμα; Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀσύστατο τῆς κατηγορίας.


3. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ
ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Στὴν κατηγορία τῆς ὑποτιθέμενης φαντασιοπληξίας τῶν ἀκολούθων τοῦ Ναζωραίου ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἀνάστασή του, ἔχουμε νὰ ἀντιτείνουμε ὅτι:
  • Oἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες, Μαρία ἡ Μαγδαληνή, Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη, ὁταν χαράματα τῆς Κυριακῆς πήγαιναν στὸν τάφο τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ ἀλείψουν μὲ πολύτιμα ἀρώματα τὸ ζωοποιό Του σῶμα. Τὰ εὐαγγέλια ἀναφέρονται σ᾿ αὐτές, ποὺ πρῶτες εἶδαν τὸν κενὸ τάφο καὶ ἄκουσαν τὰ λόγια τοῦ ἀγέλου περὶ τοῦ Ἰησοῦ: «Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ» (Ματθ. κζ´ 6). Ἄν δὲν ἦταν ἀληθινὸ τὸ γεγονός δὲν θὰ τὸ ἀνέφεραν κἄν. Ἀπλούστατα γιατὶ ὁ λόγος τῶν γυναικῶν δὲν ἐθεωρεῖτο τὸ ἴδιο ἔγκυρος μὲ ἐκεῖνον τῶν ἀνδρῶν. Θὰ ἦταν δηλαδὴ ντροπὴ νὰ πιστοποιήσουν πρῶτες αὐτὲς τὸ μέγιστο γεγονός τῆς ἀναστάσεως.
  • Ὁ ἀναστημένος θεάνθρωπος φανερωνόταν ἐπὶ 40 ἡμέρες, σὲ διαφορετικούς κάθε φορὰ χώρους καὶ ὅλες τὶς ὧρες τῆς ἡμέρας στοὺς μαθητές του, ποὺ ἂς σημειωθεῖ δὲν περίμεναν νὰ ἀναστηθῇ ὁ Χριστός καὶ ἦσαν πολὺ διστακτικοὶ στὸ νὰ παραδεχτοῦν μία τέτοια ἰδέα. Ἔτσι πῆραν γιὰ τρελλὲς τὶς μυροφόρες, ὁ Θωμᾶς δὲν πίστεψε στὰ λόγια τῶν ἄλλων καὶ στὸ δρόμο πρὸς Ἐμμαούς, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας ἦσαν ἀπελπισμένοι γιὰ τὴν προδοσία τῶν ἰδεῶν τους. Ἡ ψυχολογία διδάσκει ὅτι παραισθήσεις ἢ ψευδαισθήσεις συμβαίνουν σὲ ὅσους ποθοῦν καὶ ἐλπίζουν διαρκῶς νὰ συμβῇ ἕνα ἀναμενόμενο γεγονός καὶ ὄχι σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν σ᾿ αὐτό. Οἱ μαθητές ὅμως τοῦ Θεανθρώπου δὲν περίμεναν συνειδητὰ τὴν ἀνάστασή Του. Οἱ εὐαγγελικἐς διηγήσεις παρουσιάζουν ἕνδεκα συνολικῶς «Χριστοφάνειες» μετὰ τὴν Ἀνάσταση: Στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, στὶς Μυροφόρες γυναῖκες, στοὺς δύο μαθητὲς πρὸς Ἐμμαούς, στὸν Σίμωνα Πέτρο, στοὺς συγκεντρωμένους στὸ ὑπερῷον δέκα Μαθητὲς χωρίς τὸν Θωμᾶ, στοὺς ἕνδεκα παρόντος καὶ τοῦ Θωμᾶ, στοὺς ἑπτὰ Μαθητὲς στὴν θάλασσα τῆς Τιβεριάδος, σὲ πάνω ἀπὸ πεντακόσιους ἀδελφοὺς στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ τέλος στὸν Ἀπ. Παῦλο. Τόσες «ψευδαισθήσεις-παραισθήσεις» καὶ γιὰ τόσο μεγάλο διάστημα, δὲν μποροῦν νὰ συμβοῦν. Ἄλλωστε, γιατὶ οἱ παραισθήσεις σταμάτησαν μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἀπότομα (δηλαδὴ μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του); Θἄπρεπε μὲ αὐτὴ τὴν λογικὴ νὰ συνεχιστοῦν καὶ μετά.
  • Ὁ Παῦλος ἀναφέρει στὶς ἐπιστολές του πολλές ἀπὸ τὶς προηγούμενες περιπτώσεις ἐμφανίσεων. Συγκεκριμένα ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν γράφει γιὰ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος στὸν Πέτρο, στοὺς 12, στὸν Ἰάκωβο, σὲ ὅλους τοὺς ἀποστόλους μαζὶ «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» καὶ τελευταῖα σὲ ἐκεῖνον. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα ἡ γνώμη καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Παῦλου, γιατὶ κάποτε ὑπῆρξε ἀπηνὴς διώκτης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς Σαῦλος, καὶ ἔσερνε τοὺς χριστιανούς στὶς φυλακὲς καὶ τὰ βασανιστήρια. Ὁ ἴδιος, σὲ μιὰ τέτοια ἐξόρμησή του πρὸς τὴ Δαμασκό, πίστεψε, ἀφοῦ τυφλώθηκε μέρα μεσημέρι ἀπὸ τὸ ἐκτυφλωτικὸ καὶ ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες.
  • Ἀκόμη, ὁ Παῦλος γράφει τὸ 55 μ.Χ. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε τὸ 33 μ.Χ. Ἀποκλείεται, λοιπόν, νὰ ψεύδεται ὁ Παύλος γιὰ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου, γιατὶ θὰ ἔβρισκε τὴν ὁμόφωνη ἀντίδραση ὁλων τῶν ἄλλων ἀποστόλων καὶ χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς γνήσιοι αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν γεγονότων τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Δασκάλου τους, θὰ ὁμολογοῦσαν τὴν ἀλήθεια.
  • Οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν μιλᾶνε γιὰ συγκεκριμένη ὥρα ἀνάστασης, ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ λένε τὴν ἀλήθεια.
  • Ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη πάντως ὑπὲρ τῆς ἀναστάσεως εἶναι ὁ μαρτυρικός θάνατος τῶν ἁγίων ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι δὲν θἄφηναν οἰκογένειες, περιουσίες, δὲν θὰ διακινδύνευαν τόσες ταλαιπωρίες καὶ μαστιγώσεις καὶ δὲν θὰ ἔβρισκαν τὴν ὑπεράνθρωπη δύναμη – αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀδύναμοι ψαράδες – νὰ διαδώσουν, αντιμέτωποι μὲ τὶς ἀντίθεες ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου, τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ὅλα τὰ Ἔθνη, σφραγίζοντας τὴν δράση τους μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ αἷμα, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τους, ἂν δὲν ἦσαν ἀπόλυτα πεπεισμένοι γιὰ τὴν ἔγερση ἐκ νεκρῶν τοῦ Κυρίου τους. Πέρα ἀπ᾿ αὐτὰ θὰ ἐπέφεραν καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὰν ψευδομάρτυρες μιᾶς ὑποτιθέμενης ἀνάστασης.
  • Ἄν δὲν εἶχαν δεῖ, συνομιλήσει, ψηλαφήσει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ θὰ ἦσαν τρελλοὶ νὰ ξεχυθοῦν στοὺς δρόμους – 11 ἄνθρωποι δίχως φιλολογικὲς ἰκανότητες καὶ χωρίς ἰδιαίτερη σοφία - ἀρχίζοντας τὸ ἀναστάσιμο κήρυγμα ἀπὸ τὴν πόλη ποὺ τὸν σταύρωσε, περιμένοντας χίλιες δυὸ τιμωρίες, ἢ καὶ θάνατο, ἀφοῦ εἶχαν ἐξάλλου καὶ προηγούμενα παραδείγματα δραματικῆς ἀποτυχίας ἀνάλογων κινημάτων μὲ μεγαλύτερο πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπως τοῦ Θευδᾶ καὶ τοῦ Ἰούδα. Τρελλοὶ ὅμως δὲν ἦσαν, ὅπως ἀπέδειξαν μὲ τὴν μοναδικὴ διδασκαλία τους, τὴν ἠθική τους ποιότητα καὶ τὰ ἀπαράμιλλα θαύματα, ποὺ μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἀναστάντος ἔκαναν. Μετατράπηκαν ἔτσι σὲ διαπρύσιους κήρυκες τῆς λυτρωτικῆς διδασκαλίας Του, αὐτοί, ποὺ πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου ἦσαν ἀνίσχυροι, δειλοί, ἀμόρφωτοι, ἄσημοι, πτωχοί, καὶ δὲν τολμοῦσαν οὔτε νὰ μιλήσουν σὲ γνωστούς τους ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν Ῥωμαίων.
  • Ἄν δὲν τὸν ἔβλεπαν Ἀναστάντα καὶ δὲν τοὺς εἶχε στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως τοὺς ὑποσχέθηκε, ἀκόμη καὶ ἂν πίστευαν σὲ αὐτὸν ὅσο ἦταν ζωντανός, μετὰ τὸν θάνατό Του θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν θεωρήσουν ἀπατεώνα ἐπειδὴ τοὺς ἐξαπάτησε καὶ τοὺς πρόδωσε, λέγοντάς τους πὼς θὰ κυριαρχήσουν στὴν οἰκουμένη. Φυσικό, λοιπόν, θἄταν νὰ τὸν ὀνομάζουν μάγο καὶ κακοῦργο καὶ ὄχι μὲ τὴν χάρη Του καὶ τὴν δύναμή Του νὰ τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴν φωτιά, νὰ καταφρονήσουν τὴν ἐπίγεια καὶ νὰ ἀνάζητήσουν τὴν μέλλουσα ζωή, οἱ Ἀπόστολοι καὶ τὸ νέφος τῶν ἁγίων, ὁμολογητῶν, μαρτύρων καὶ ἡρώων τῆς πίστεως.


Ο «ΠΑΣΧΩΝ ΔΟΥΛΟΣ» ΤΟΥ ΗΣΑΪΑ
ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ἄν ἀνατρέξουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θὰ δοῦμε ὅτι πλῆθος προφητειῶν γιὰ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία συγκλίνουν καὶ πραγματοποιοῦνται μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακὴ προφητεία ὅμως γιὰ τὸ Μεσσία βρίσκεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἡσαΐα (κεφ. νβ´ καὶ νγ´).
Πρόκειται γιὰ τὸν «πάσχοντα δοῦλο τοῦ Κυρίου», κείμενο τὸ ὁποῖο εὐλαβικὰ καὶ μὲ ὀδύνη οἱ χριστιανοὶ ἀναγνωρίζουν πὼς ἀναφέρεται στὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτὸς εἶναι ὁ δοῦλος μου, λέγει ὁ Θεός... Ὁ Κύριος ἄφησε νὰ πέσουν πάνω του τὰ σφάλματά μας. Κακοποιημένος καὶ ταπεινωμένος, δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του. Σὰν ἀρνὶ ποὺ ὁδηγεῖται στὴ σφαγή, σὰν πρόβατο μπροστὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει... Καταδικάστηκε καὶ ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἀνθρώπων... Μετὰ ἀπὸ μεγάλα βασανιστήρια θὰ δεῖ τὸ φῶς καὶ θὰ πληρωθεῖ ἀπὸ γνώση. Ὁ δίκαιος δοῦλός μου θὰ δικαιώσει πολλοὺς καὶ θὰ φορτωθεῖ τὰ σφάλματά τους. Θὰ τοῦ δώσω γιὰ ἀμοιβὴ τὰ πλήθη καὶ θὰ κατακτήσει τοὺς ἰσχυρούς ...Θὰ γονατίσουν μπροστά του ὅλες οἱ φυλὲς τοῦ κόσμου... ὅλοι οἱ μεγάλοι τῆς γῆς...».

* * *


Ἐφόσον, λοιπόν, ὅλες αὐτὲς οἱ προφητεῖες ἔγιναν πράξη στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεανθρώπου, ἄρα πράγματι ἦταν ὁ ἐπηγγελμένος Μεσσίας καὶ ἐπομένως ἔμελλε μόνο νὰ ἐκπληρωθεῖ καὶ ἡ τελευταία προφητεία γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, ὥστε νὰ καταλάβουν ὅλοι ὅτι εἶναι ὁ Ὑιὸς τοῦ Θεοῦ: «Γι᾿ αὐτὸ ὁ Πατέρας μὲ ἀγαπᾶ, γιατὶ θυσιάζω τὴν ζωή μου, γιὰ νὰ τὴν πάρω πάλι πίσω. Κανεὶς δὲν μοῦ τὴν ἀφαιρεῖ, ἀλλ᾿ ἐγὼ οἰκειοθελῶς τὴν θυσιάζω· ἔχω ἐξουσία νὰ τὴν θυσιάσω καὶ ἔχω ἐξουσία πάλι νὰ τὴν πάρω» (Ἰω. ι´ 17-18). Καὶ κυρίως: «Γκρεμίστε τὸν Ναὸ αὐτὸν καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ἀνυψώσω καὶ πάλι» (Ἰω. β´ 19) τοὺς εἶπε κάποτε. Νόμιζαν τότε ὅτι ἀναφερόταν στὸ Ναὸ τῶν Ἰεροσολύμων καὶ τὸν πέρασαν γιὰ παράλογο. Ἐκεῖνος ὅμως ἀναφερόταν στὸ σῶμα του, ὅπως ἐξηγεῖ τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο. Μὲ τὴν ἐνσάρκωση, τὰ Ἅγια Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡττήθηκαν πλέον οἱ φοβερότεροι ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὰ πάθη, ὁ θάνατος καὶ ὁ σατανᾶς, μὲ νικητὴ στοὺς αἰῶνες καὶ γιὰ ὅσους θελήσουν, τὸν Σωτῆρα Κύριο. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, πιστὰ παιδιὰ Ἐκείνου, ἄς φροντίζουμε νὰ συμβάλλουμε, σὰν ἐπίγεια ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν ἑδραίωση τῆς ὑπέρλαμπρης βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀρνούμενοι ἐν μετανοίᾳ τὰ ἔργα τοῦ «ἀντιδίκου ἡμῶν» διαβόλου, ἀντλοῦντες δύναμη καὶ Χάρη ἀπὸ τὸν ἀναστάντα, γιὰ νὰ μᾶς συμπεριλάβει καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος στὴν δόξα καὶ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου του, σ᾿ αὐτὴν ποὺ ἑτοίμασε ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συγκληρονόμους Του.
Τέλος, ἂν ὁ Χριστός ἀναστήθηκε μία φορά, ἐμεῖς πρέπει νὰ ἀναστηθοῦμε δύο. Ἡ μία ἀνάσταση ἂς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν ἀμαρτία, ποὺ μᾶς καθηλώνει στὴν ὕλη. Προϋπόθεση, γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε, εἶναι ἡ μετάνοιά μας. Ἄς θυμηθοῦμε τὸ ληστὴ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Μὲ τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42) καὶ τὴν γνήσια μετάνοιά του, ὁ ληστὴς αὐτός μεταμορφώθηκε στὸν πρῶτο μεγάλο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρῶτος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἄνοιξε τὸν Παράδεισο καὶ μᾶς περιμένει, μέχρι νὰ ἐπακολουθήσει καὶ ἡ ἄλλη ἀνάσταση, τοῦ σώματός μας, ὅταν θὰ ἡχήσει ἡ σάλπιγγα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Εὐλογημένου κατὰ τὴν Δευτέρα Αὐτοῦ ἔλευση.
Ἐκ φυλλαδίου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σύρου, ἐκδοθέντος τὸ 2005
Θεολόγου Π. Χούλη