Ένας ιστοχώρος Ορθόδοξου Χριστιανικού προσανατολισμού και προβληματισμού.



Μια προσπάθεια για μέθεξη στην πνευματικότητα, στα ιερουργούμενα της Ορθόδοξης Λατρείας και στην Εκκλησιαστική Ζωή.















ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ
Υπέρθυρο της εισόδου του Ναού

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ


Η Αγία Αναστασία η Ρωμαία, η παρθενομάρτυς εορτάζει τις 29 Οκτωβρίου


Καταγωγή
Η Άγια Αναστασία κατήγετο από τη Ρώμη, έζησε δε κατά τους χρόνους του αιμοβόρου και χριστιανομάχου Δεκίου το 250 περίπου μ.Χ. Δεν έχανε τον καιρό της η Αναστασία στα μάταια και πρόσκαιρα. Προσπαθούσε να στολίσει την ψυχή της με αρετές, για να αρέσει στο Χριστό. Όταν έγινε είκοσι ετών, αυτή η σεβαστή κοπέλα, απαρνήθηκε την θαλπωρή της οικογενειακής ζωής, μίσησε τον πλούτο και την δόξα, εγκατέλειψε και όλες τις κοσμικές απολαύσεις και επήγε να ζήση μέσα σε Παρθενώνα.

Την εποχή εκείνη δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη ο οργανωμένος μοναχισμός. Γι αυτό πολλές νέες, που ήθελαν να αφιερωθούν στο Θεό, ζούσαν όλες μαζί σε ένα σπίτι μέσα στις πόλεις. Εκεί ασχολούνταν με την λατρεία του Θεού και με την διάδοση της χριστιανικής πίστεως στους ειδωλολάτρες και στους εβραίους. Μία μορφωμένη προϊσταμένη, πού ονομαζόταν Σοφία, την δέχτηκε και την δίδαξε τους κανόνες του παρθενικού βίου. Η Αναστασία μέρα με την ημέρα και με την βοήθεια του Θεού προέκοπτε πλήθυνε τις αρετές της προσελκύοντας με τους αγώνες της την χάρη του Κυρίου.

Την συλλαμβάνουν
Ο διάβολος όμως που μισεί το καλό και τους ανθρώπους, βλέποντας αυτήν της την πνευματική πρόοδο, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την διώξει από τον Παρθενώνα. Χρησιμοποίησε τα όργανα του και αυτά επήγαν και ανέφεραν στον διοικητή, που ονομαζόταν Πρόβος ότι η Αναστασία δεν πιστεύει στους θεούς, πού πιστεύουν εκεί οι Ρωμαίοι, και ότι αναγνωρίζει, ότι ο Χριστός είναι ο Θεός είναι ο Κτίστης του παντός. Ο Πρόβος, τότε εξαγριώθηκε εναντίον της Αναστασίας και έδωσε εντολή να την συλλάβουν.

Στο δικαστήριο των ασεβών.
Ο άρχοντας προσπαθώντας με κολακείες και υποσχέσεις να της βρει πλούσιο γαμπρό, προσπαθούσε να την πείσει να θυσιάσει στους θεούς απειλώντας την ταυτόχρονα πως αν δεν καμφθεί θα δοκίμαζε την μανία του. Η νεαρή μαθήτρια του Χριστού Αναστασία, με γεναίο φρόνημα απάντησε στις κολακείες και τις απειλές του:


— Για μένα, άρχοντα μου, Νυμφίος είναι ο Χριστός. Ο θάνατος μου για χάρη Του είναι προτιμότερος και από τη ζωή μου. Για τον Χριστό μου αρνήθηκα όλες τις κοσμικές απολαύσεις. Οι πληγές, οι μαστιγώσεις, οι διάφορες τιμωρίες, για μένα είναι ευχάριστα, όταν τα υπομένω προς χάριν Εκείνου. Κάνε λοιπόν ότι έχεις να κάνης. Εγώ σου δηλώνω καθαρά: ξύλινους και πέτρινους, ψεύτικους θεούς σε καμία περίπτωση δεν θα λατρεύσω.

Της σπάζουν τα δόντια και την γυμνώνουν
Ακούγοντας αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να την χτυπήσουν στο πρόσωπο. Τόσο πολύ την χτύπησαν ώστε της έσπασαν τα δόντια και έτρεχε στο πρόσωπο της αίμα. Έπειτα έδωσε εντολή
να την γυμνώσουν για να την εξεφτελίσουν και να την ταπεινόσουν. Η Αναστασία όμως παρέμενε σταθερή στην πίστη της και ευχαριστώντας τον Κύριο Ιησού Χριστό γιατί αξιωνόταν να υπομείνει για την αγάπη Του τα μαρτύρια.

Την καίουν
Ο άρχοντας τότε θύμωσε πάρα πολύ και διέταξε να βασανίσουν αλύπητα την νέα, μπήγοντας  στη γη τέσσερεις μεγάλους πασσάλους και επάνω σ' αυτούς κρέμασαν την νεαρή κοπέλα. Για να την βασανίσει ακόμη πιο πολύ, διέταξε να ανάψουν από κάτω φωτιά. Έτσι άρχισε να καίγεται το σώμα της κόρης από τις φλόγες, ενώ στην ράχη την χτυπούσαν οι υπηρέτες του αυτοκράτορα. Από τα πολλά βασανιστήρια από τις φλόγες και από τα κτυπήματα των υπηρετών του αυτοκράτορα το σώμα της κόρης κα σχίσθηκε. Φρικτό και απάνθρωπο το μαρτύριο... Οι φλέβες της είχαν ανοίξει και το αίμα της έτρεχε και η φωτά σιγά-σιγά την έκαιγε. Εκείνη όμως παρ’ όλα αυτά, δεν δείλιασε.

Στον τροχό
Το απάνθρωπο εκείνο θηρίο, βλέποντας, την κοπέλα να αντέχει ακόμα, διέταξε να την κατεβάσουν από εκεί να την βάλουν στο μαρτυρικό όργανο των τροχών. Η μηχανή του τροχού έσπαζε τα
κόκκαλα της Αγίας. Παρ' όλη την αυξανόμενη ένταση του μαρτυρίου Εκείνη ακόμη υπέμενε με τη δύναμη του Θεού. Υπέμενε όλα εκείνα τα βασανιστήρια η Αγία, λέγοντας σιγανά:
— Θεέ μου, Εσύ πού χαρίζεις δύναμη και υπομονή, μην απομακρύνεσαι από μένα αυτή την στιγμή, γιατί οι σάρκες μου έχουν καεί και τα κόκκαλα μου έχουν σπάσει. Θεέ μου, χάρισέ μου υπομονή να μείνω σταθερή μέχρι τέλους.
Όταν η καπέλα τελείωσε τα λόγια αυτά, (ω του θαύματος!!!) αμέσως βρέθηκε γεμάτη υγεία, χωρίς ίχνος εγκαύματος. Την κοίταζε ο αιμοχαρής τύραννος και απορρούσε. Δυστυχώς όμως ήταν πωρωμένος και δεν επηρεάστηκε από το θαύμα.

Τα σιδερένια νύχια
Διέταξε τότε να κρεμάσουν και πάλι την νέα, και με σιδερένια νύχια να της ξεσχίσουν το σώμα. Η Αγία όμως εξακολουθούσε να προσεύχεται, χωρίς να υπολογίζει καθόλου τα βασανιστήρια. Τότε με παρέμβαση του Θεού, τα χέρια των δημίων έμειναν ξερά και ακίνητα. Βλέποντας αυτό το γεγονός ο άρχοντας σηκώθηκε από τον θρόνο του. Δεν ήξερε τί να κάνη. Έλεγε, ότι η Αναστασία είναι μάγισσα και γι' αυτό γίνονται αυτά τα καταπληκτικά πράγματα. Προσπαθούσε να εξηγήσει με την λογική τα υπεφυσικά και υπέρλογα αυτά γεγονότα. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να πιστέψει στο Χριστό.

Της κόβουν τους μαστούς
Ο διάβολος έβαλε στο νου αυτοκράτορα να βασανίσει περισσότερο την Παρθενομάρτυρα κόβοντας τους μαστούς της. Οι δήμιοι άρχισαν το απάνθρωπο έργο τους. Η Αγία με το βλέμμα της στραμμένο προς τον ουρανό και με την καρδιά της προσηλωμένη στο Χριστό, συνέχισε να υπομένει, χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό και γι' αυτό το βασανιστήριο.


Βλέποντας ο τύρρανος αυτή την υπεράνθρωπη υπομονή της Αναστασίας, προσπάθησε να βρει κι άλλο τρόπο για να βασανίσει ακόμη περισσότερο. Διέταξε λοιπόν να της βγάλουν όλα τα δόντια και τα νύχια. Άρχισαν οι βασανιστές με τις τανάλιες να της ξεριζώνουν τα νύχια. Η Αγία όμως λες και δεν αισθανόταν κανένα πόνο. Στεκόταν ήρεμη σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Ευχαριστούσε μόνο τον Κύριο, επειδή αξιώθηκε να υπομένει τα μαρτύρια για χάρη Του και ελεεινολογούσε συγχρόνως τους ψευδοθεούς, πού λάτρευαν ο Αυτοκράτορας και οι άλλοι ειδωλολάτρες.

Της ξεριζώνουν τη γλώσσα
Εξοργισμένος ο ειδωλολάτρης άρχοντας από την υπομονή αλλά και τα λόγια της Αγίας, διέταξε να της κόψουν την γλώσσα βαθειά από την ρίζα της. Εκείνη, όταν άκουσε τη διαταγή αυτή ζήτησε να την αφήσουν για λίγο να προσευχηθεί στον Κύριό της με φωνή για τελευταία φορά και της το επέτρεψαν. Ευχαρίστησε τότε τον Θεό και τον παρεκάλεσε να την δυναμώσει να βαστάξει μέχρι τέλους και να πεθάνει ένδοξα. Επίσης τον παρεκάλεσε να της δώσει την δύναμη να θεραπεύει κάθε αρρώστια. Όταν τελείωσε η Αγία την προσευχή της, θεϊκή φωνή ακούστηκε από ψηλά, λέγοντάς της, ότι θα γίνει ότι ζήτησε. Η νεαρή κοπέλα όταν άκουσε την φωνή χάρηκε πάρα πολύ και είπε στον άρχοντα να κάνη αυτό πού πριν από λίγο διέταξε. Οι σκληροί δήμιοι της τράβηξαν την γλώσσα με τανάλια και την απέκοψαν σύρριζα. Τα ρούχα της βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα.

Αποκεφαλίζεται
Η Αγία ζήτησε λίγο νερό να ξεπλένει το ματωμένο στόμα της. Έτρεξε αμέσως με προθυμία και της έδωσε νερό κάποιος Χριστιανός, πού ονομαζόταν Πρόβος. Εκείνος όμως έπειτα από λίγο πλήρωσέ πάρα πολύ ακριβά την πράξη του. Ο Αυτοκράτορας διέταξε, ουρλιάζοντας από μανία, να κόψουν το κεφάλι του Πρόβου και της Αναστασίας...

Για μερικές ημέρες το σώμα της Άγιας έμενε εκεί όπου μαρτύρησε, χωρίς να το αγγίζει κανείς άνθρωπος ή ζώο με την βοήθεια της θείας χάριτος.

Η Σοφία από την στιγμή, που είχε φύγει η Αγία, γονατιστή συνέχεια παρακαλούσε τον Θεό να βοηθήσει την Αγία να αντιμετωπίσει τα βασανιστήρια του άρχοντα νικηφόρα. Κάποια στιγμή ενώ εκείνη με θερμά δάκρυα προσευχόταν στον Θεό, παρουσιάστηκε μπροστά της ένας άγγελος Κυρίου και της ανακοίνωσε το μαρτύριο και το τέλος της Αναστασίας, γεγονός το οποίο την γέμισε χαρά και συγκίνηση.

Ευχαριστούσε το Θεό, πού την αξίωσε να είναι πνευματική μητέρα μιας Αγίας. Κατόπιν ο Άγγελος την βοήθησε να εύρη το άγιο λείψανο της Αγίας. Εκείνη όταν το είδε, με θερμά δάκρυα το καταφιλούσε λέγοντας:
— Παιδί μου, πού σε ανάθρεψα με τόσον κόπο, σε ευχαριστώ, διότι άκουσες τις συμβουλές μου, φύλαξες τις υποσχέσεις πού είχες δώσει, και έτσι μπόρεσες ντυμένη με το ολόλευκο φόρεμα της αγνότητος και στολισμένη με τις πληγές του μαρτυρίου σου να αντικρίσεις τον Χριστό μας μέσα σε όλο το μεγαλείο Του. Σε παρακαλώ θερμά βοήθησε με και μένα τώρα πού είμαι γερασμένη και παρακάλεσε τον Θεό να κληρονομήσω την αιώνια Βασιλεία.

Όταν τελείωσε τα λόγια της και ενώ σκεπτόταν, πώς θα μπορέσει να σηκώσει το Άγιο λείψανο, παρουσιάσθηκαν μπροστά της δύο σεβαστοί άνδρες. Αυτοί σήκωσαν το λείψανο και με την Σοφία το μετέφεραν στη Ρώμη και το τοποθέτησαν μέσα σε μία Εκκλησία.

Η μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας η οποία τόσα βασανιστήρια υπέμεινε για την δόξα του Χριστού μας, τιμάται από την Εκκλησία μας στις 29 Οκτωβρίου.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀσκήσει ἐκλάμψασα, ὥσπερ παρθένος σεμνή, ἀθλήσεως αἵμασι, τὴν τῆς ἁγνείας στολήν, ἐνθέως ἐφοίνιξας• ὅθεν Ἀναστασία, ὡς Ὁσία καὶ Μάρτυς, χάριτας
ἰαμάτων, ἀπαστράπτεις τῷ κόσμῳ, πρεσβεύουσα τῷ Σωτήρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοvτάκιοv. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας νάμασι, καθηγνισμένη Ὁσία, μαρτυρίου αἵμασι, Αvαστασία πλυθεῖσα, παρέχεις, τοῖς ἐν ἀνάγκαις τῶν νοσημάτων, ἴασιν, καὶ σωτηρίαν τοῖς προσιοῦσιν,
ἐκ καρδίας• ἰσχὺν γὰρ νέμει, Χριστὸς ὁ βρύων, χάριν ἀέναοv.

Κάθισμα Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ, ἀνετέθης Ὁσία, νεκρώσασα σαρκός, ἐγκρατείᾳ τὰ πάθη, εἰς ὕψος δ' ἀνέδραμες, μαρτυρίου περίδοξον, ἐναθλήσασα, Ἀναστασία νομίμως,
καὶ τόν δράκοντα, καταβαλοῦσα εἰς χάος, δυνάμει τοῦ Πνεύματος.

Μεγαλυνάριον.
Ἔφυς ὥσπερ ῥόδον πανευθαλές, ἐν δικαιοσύνης, τοῖς λειμῶσιν ἀσκητικῶς, καὶ ὀσμὴν χαρίτων, ἀθλητικῶς ἐκπέμπεις, σεμνὴ Ἀναστασία, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

ΟΣΙΟΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


 
Μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη στις 6 Ιουλίου 1566

 

Η πηγή που διασώζει το Μαρτύριο και την ακολουθία του Οσιομάρτυρος αγίου Κυρίλλου είναι το χειρόγραφο 347 της μονής Διονυσίου. Πρόκειται για ένα αγιολογικό κείμενο γραμμένο σε λόγια γλώσσα και χρονολογούμενο μεταξύ του τέλους του 17ου αιώνος και των αρχών του 18ου αιώνος.

Σύμφωνα με το Μαρτύριό του ο Κύριλλος , το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Κυριακός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1544, κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέιος, καταγόταν από την επαρχία Πελαγονίας και διέμενε με την οικογένεια του στην περιοχή της Ακροπόλεως της Θεσσαλονίκης.

Όταν ο άγιος ήταν δέκα ετών, ορφάνεψε και από τους δύο γονείς του. Έμεινε με τους δύο θείους του από την μητέρα του , από τους οποίους ο μεν ένας ήταν ορθόδοξος χριστιανός ο δε άλλος μουσουλμάνος. Τον δεκάχρονο Κυριακό τον ανέλαβε δυστυχώς ο μουσουλμάνος θείος, ο οποίος τον ανέθεσε σε ένα ομότεχνό του μουσουλμάνο να μάθει την τέχνη του βυρσοδέψη. Στον μικρό ανηψιό ωστόσο δεν άρεσε η συναναστροφή με τους μουσουλμάνους. Αυτό το είχε εμπιστευθεί βέβαια μόνο στον ευσεβή χριστιανό θείο του, τον Ιωάννη.

Έτυχε τότε να περάσουν από εκεί , με θέλημα Θεού, κάποιοι θεοσεβείς αγιορείτες μοναχοί και ,χωρίς να πει σε κανένα τίποτε, έφυγε μαζί τους για το Άγιο Όρος. Έγινε δεκτός στην Ι. Μ. Χιλανδαρίου σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και μετονομάστηκε Κύριλλος.

Επειδή ήταν αγένειος εστάλη σε κάποιο μετόχι της Μονής ,εκτός του Αγίου Όρους. Αφού παρέμεινε εκεί εν υπακοή οκτώ έτη , στη συνέχεια πήγε μαζί με άλλους δύο μοναχούς στη Θεσσαλονίκη για δουλειές. Εκεί συναντήθηκε με τον ευσεβή θείο του Ιωάννη, από τον οποίο ζήτησε, μετά κάποιες ημέρες, να δει τον συνομήλικο εξάδελφό του. Ενώ τα δύο ξαδέλφια κατέβαιναν από την Ακρόπολη, προς το λιμάνι, συναπαντήθηκαν με τον μουσουλμάνο θείο, ο οποίος αρχικά δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο μοναχός. Επειδή όμως ήταν με τον ανηψιό του και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του συμπέρανε πως ήταν ο φυγάδας μικρός ανηψιός του. Αμέσως με δυνατές φωνές μάζεψε τους ομοθρήσκους του και τον κατηγόρησε πως, ενώ ήταν μουσουλμάνος, τώρα έγινε χριστιανός και μοναχός. Όρμησαν τότε όλοι επάνω του, τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στον κριτή της πόλης . Ο δικαστής, ως συνήθως, άρχισε με μειλίχιο τρόπο τα καλοπιάσματα. "Τόσο πολύ έχασες τον νου σου, του είπε, που θες να διαλέξεις τον μισητό θάνατο αντί για την γλυκιά ζωή. Έλα στα συγκαλά σου, άσε την μάταιη θρησκεία των Χριστιανών και δέξου την δική μας ευσέβεια". Επειδή όμως ο νέος με κανένα τρόπο δεν επείθετο, τον έκλεισε στη φυλακή.

Μόλις ξημέρωσε μαζεύτηκε εκεί όλη η πόλη. Οι μεν άπιστοι θεωρώντας ότι προσφέρουν λατρεία στον θεό με τον θάνατο του μάρτυρος, οι δε χριστιανοί λαχταρώντας να τον δουν, να του μιλήσουν και να τον στηρίξουν στον αγώνα του. Οδηγήθηκε και πάλι στον δικαστή, ο οποίος εκ νέου προσπάθησε να μεταβάλει τη γνώμη του αγίου. Βλέποντας ότι δεν κατορθώνει τίποτε, διέταξε τελικά να θανατωθεί με τον δια πυράς θάνατο.

Τον έσυραν στον τόπο της εκτέλεσης της ποινής, στον Ιππόδρομο, κοντά στον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ο άγιος σήκωσε στον ουρανό τα χέρια του και προσευχήθηκε στον Κύριο ενώ οι δήμιοι στάθηκαν όλοι κυκλικά γύρω του και προσπαθούσαν έστω και την τελευταία στιγμή να τον πείσουν να αρνηθεί τον Χριστό, τάζοντάς του πλούτη, άλογα, ρούχα, μαλθακό και τρυφηλό βίο. Ο άγιος στις προτάσεις τους τούς απάντησε: "εμένα δεν με ενδιαφέρει ούτε ο πλούτος, ούτε η δόξα, ούτε τα ρούχα, ούτε τα καλά άλογα, όλα τα θεωρώ σκουπίδια, όλα είναι για μένα καπνός, όλα αυτά εσείς τα επιζητείτε που ακολουθείτε τον πονηρό. Για μένα πλούτος είναι ο Χριστός, ζωή μου ο Χριστός, έρωτάς μου ο Χριστός, Θεός ο Χριστός, τα πάντα ο Χριστός. Τίποτα δεν θα μπορέσει να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, ούτε φωτιά, ούτε ξίφος, ούτε πείνα, ούτε ο κόσμος, ούτε ο πλούτος, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε άλλη κτίσις αλλά μέχρι την τελευταία μου αναπνοή θ’ αγωνίζομαι για την πίστη μου. Άκουσέ τα καλά από την ίδια μου τη γλώσσα, Ύπαρχε, και κάνε ό,τι νομίζεις . Κόψε με, σφάξε με, κάνε με κομματάκια, τιμώρησέ με αλύπητα, όμως δεν θα μπορέσεις να με αποσπάσεις από την πίστη στον Χριστό".

Τότε ο υπεύθυνος για την εκτέλεση Ύπαρχος διέταξε να τον πετάξουν στη φωτιά. Μαζί του έριξαν και ψοφίμια, ώστε να μη μπορέσουν οι Χριστιανοί να διακρίνουν και να πάρουν τα αγιασμένα λείψανα του μάρτυρος. Και το μεν σώμα πράγματι κάηκε από τη φωτιά, η δε τιμία του ψυχή πέταξε στους ουρανούς συνοδευόμενη από αγγέλους, προς αιώνια δοξολογία του Θεού.

Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η τελευταία πληροφορία που παρέχει το συναξάριο του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου: “Επεί γαρ ήμελλε τη φλογί δαπανηθήναι το σύνολον, κυνών οστά τεθνηκότων εγείραντες, έστι δε και ους θνησιμαίους, τη πυρά εναπέρριψαν ένθεν τοι το μεν του μάρτυρος σώμα τω πυρί καταναλωθέν, ωσεί σποδός εγένετο...”.

Ας γίνει η μετάνοια αλλά και η αληθινή αγάπη του προς Αυτόν που αμετάπτωτα μας αγαπά, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, καθώς και η ακλόνητη και αμετακίνητη πίστη του, παράδειγμα σε εμάς τους σύγχρονους αρνητές, για χάρη των παθών και της αμαρτωλής ζωής μας, σε εμάς που καθημερινά σύγχρονοι διώκτες προσπαθούν να μας παραπλανήσουν και να μας οδηγήσουν στην αποστασία με σύγχρονες μεθόδους και εκβιασμούς.

Ο άγιος, Οσιονεομάρτυς Κύριλλος, ας παρακαλεί πάντοτε τον Κύριο ώστε να μας συγχωρεί, παρέχοντας πλούσιο το έλεος της αγάπης Του και ας προστατεύει την ενορία μας, που είναι ο τόπος της καταγωγής του,αλλά και ολόκληρη την αγιοτόκο πόλη μας.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

'Ηχος γ, Θείας πίστεως.


Θείον βλάστηµα, Θεσσαλονίκης, ώφθης Κύριλλε Όσιοµάρτυς,
δια πυρός τον αγώνα τελέσας σου•
όθεν εύρέσει των θείων λειψάνων σου, καθαγιάζεις τους πόθω τιµώντας σε.
Αλλά πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ µακάριε, δωρήσασθαι ηµίν το µέγα έλεος.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΟΝ ΣΩΤΗΡ ΜΟΥ

  Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου. Ο θάνατος είναι άλλωστε για τη νοοτροπία της εποχής μας το τέρμα. Οι κεκοιμημένοι μάς πονούν, αλλά πρέπει να ζήσουμε. Να προχωρήσουμε. Και το μνημόσυνο είναι μόνο ατομική υπόθεση. Όταν συμπληρώνονται οι μέρες, οι σαράντα, ο χρόνος, θυμόμαστε. Πάμε στο ναό. Έρχονται και όσοι μας αγαπούν και όσοι αγαπούσαν τον κεκοιμημένο. Και φτάνει. Γιατί άραγε όλοι μαζί, να έχουμε δύο ημέρες το χρόνο στις οποίες να θυμόμαστε πάντας τους κεκοιμημένους. Έτσι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, μοναχών, γονέων, προγονέων, πάππων, προπάππων, διδασκάλων, αναδόχων ημών εν τη πίστει...
              Κι όμως. Στο ψυχοχάρτι του Σαββάτου των Απόκρεω, πριν την Κυριακή της ανάμνησης ότι θα έρθει η τελευταία Κρίση, όπως και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, πριν την Κυριακή του ξεκινήματος της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, αποτυπώνεται όχι μόνο η μνήμη, αλλά και η ελπίδα. Μνήμη ότι οι αγαπημένοι μας ουκ απέθανον αλλά κοιμώνται.   Μνήμη ότι η αγάπη δεν νικήθηκε από το θάνατο. Ότι μπορεί ένα κομμάτι μας να έφυγε μαζί του, να τάφηκε στο χώμα, κι όχι μόνο από όσους γνωρίσαμε, αλλά και από όλους όσους έζησαν πολύ πριν από εμάς, απ’ αιώνος, όμως τίποτε δεν τελείωσε. Επειδή Χριστός Ανέστη ο θάνατος εσκυλεύθη. Επειδή Χριστός Ανέστη θα βρεθούμε ξανά με όλους όσους προηγήθηκαν. Κοντά στον Θεό των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Εν τόπω φωτεινώ και χλοερώ και αναψύξεως. Και δεν θα είναι η συνάντησή μας μόνο εν πνεύματι. Δικό μας και δικό τους. Θα έρθει η ώρα που το σώμα τους και το δικό μας θα βγούνε από τις κρύπτες του θανάτου. Και θα ενωθεί η συμφυΐα, σε έναν τρόπο αιώνιο και χωρίς μετατροπή. Όπου ο έσχατος εχθρός θα καταργηθεί. Και θα είναι η ύπαρξη συνάντηση με το Φως και την γλυκύτητα της ωραιότητος του προσώπου του Χριστού και των Αγίων Του. Η Εκκλησία που δεν θα είναι μόνο μια πρόσκληση ένταξης στο σώμα του Χριστού, αλλά το ίδιο το Σώμα από το οποίο δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε.
         Προγευόμαστε αυτή την χαρά να είμαστε μέλη του Σώματος κάθε φορά που τελούμε την Θεία Λειτουργία. Αυτήν στην οποία πιστεύουμε και ζούμε το διαρκές παρόν της Βασιλείας του Θεού. Της συνάντησης ζώντων και κεκοιμημένων, αγίων και αμαρτωλών, μελίσματος και μη διαίρεσης, βρώσεως και μη δαπανήσεως εν τω Χριστώ. Μόνο που τα δύο αυτά Σάββατα νιώθουμε τους κεκοιμημένους πιο κοντά μας. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουμε να θυμόμαστε. Αλλά όλο το σώμα του Χριστού. Και η μνημόνευση των ονομάτων, μακρόσυρτη υπό τον ήχο του «Κύριε ελέησον», μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο για τους οικείους και συγγενείς, αλλά για όλους που εν Χριστώ γίνονται οι κατεξοχήν οικείοι μας. Οι αδελφοί μας.
           Ας βρεθούμε το απόγευμα της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου στο ναό της γειτονιάς μας. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Πρέπει να ζήσουμε, αυτό είναι δεδομένο. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος για μας δεν είναι τέρμα, αλλά μια στάση και ένα πέρασμα, ένα Πάσχα.  Τη στάση την περνάμε μόνοι μας, ακόμη κι αν έχουμε την ώρα του θανάτου κοντά μας αυτούς που μας αγαπούνε. Ο θάνατος είναι η προσωπική μας έξοδος, στην οποία κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει, να καταλάβει, να συντροφεύσει. Μία ροπή όμως είναι η στάση. Και μπαίνουμε στο πέρασμα της ανάστασης. Συντροφευμένοι από όσους έχουν προηγηθεί και πρωτίστως όσους αγάπησαν το Θεό και τον άνθρωπο. Κι αυτοί θα μας οδηγήσουν στο να αναγνωρίσουμε Εκείνον που θανάτω τον θάνατον επάτησε.
            Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν. Και των κεκοιμημένων μνημόνευσον Σωτήρ μου, εν δόξη όταν έλθης. Των δικών μας και όλων των ανθρώπων. Να συναντιόμαστε στην αγάπη Σου!
 

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
 
ΣταυρωσηΑν είσαι Σίμων Κυρηναίος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον. Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής, γνώρισε τον Θεό σαν ευγνώμων δούλος. Αν κι Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου. Προσκύνησε Αυτόν που κρεμάστηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ. Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία. Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο. Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ Τον με μύρα. Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου τον Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα. Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, που 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει τον Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν Τον δεις, μην απιστήσεις. Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν;
 
Τώρα δε είμαστε αναγκασμένοι ν' ανακεφαλαιώσουμε το λόγο ως εξής: Δημιουργηθήκαμε, για να ευεργετηθούμε. Ευεργετηθήκαμε, επειδή δημιουργηθήκαμε. Μας δόθηκε ο Παράδεισος, για να ευτυχήσουμε. Λάβαμε εντολή, για να ευδοκιμήσουμε με τη διαφύλαξή της, όχι γιατί ο Θεός αγνοούσε αυτό που θα γινόταν, αλλά γιατί νομοθετούσε το αυτεξούσιο. Απατηθήκαμε, γιατί μας φθόνησαν. Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε την εντολή. Είμαστε αναγκασμένοι σε νηστεία, γιατί δε νηστεύσαμε, καθώς εξουσιασθήκαμε απ' το δένδρο της γνώσης. Γιατί ήταν παλιά η εντολή και σύγχρονη με μας, σαν κάποια Αποκαθηλωσηδιαπαιδαγώγηση της ψυχής και σωφρονισμό απ' τις απολαύσεις. Τη λάβαμε εύλογα, για να απολαύσουμε με την τήρησή της αυτό που χάσαμε με τη μη διαφύλαξή της. Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε.

Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη). Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως. Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.
 
Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΕ΄ Εις το Πάσχα
Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 47-51,
Απόδοση στη νεοελληνική Πρωτοπρ. Γεωργίου Δορμπαράκη 

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Η βίωση της χαρμολύπης στην ορθόδοξη πνευματικότητα

   PDF Εκτύπωση E-mail
Η περίοδος του Τριωδίου και ιδιαίτερα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι για την Αγία μας Εκκλησία η ιερότερη χρονική διάρκεια του ενιαυτού. Είναι το νοητό στάδιο όπου ο κάθε πιστός καλείται να δώσει τον προσωπικό του αγώνα για την ψυχοσωματική του κάθαρση από τους ρίπους της αμαρτίας. Να βιώσει την ορθόδοξη πνευματικότητα, η οποία ταυτίζεται με την ανάκτηση της αυθεντικής του φύσεως, από τη φθορά και την αμαρτία, «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4,13). Η προπαρασκευή μας για τον εορτασμό του Πάσχα είναι ταυτόσημη με την πνευματική μας προαγωγή και ωρίμανση, ώστε να καταστούμε «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ (του Θεού)» (Ρωμ. 8,29). 
 

Βασικό δείγμα της ορθόδοξης πνευματικότητας είναι το υπέροχο συναίσθημα της χαρμολύπης που σημαίνει τη βίωση ταυτόχρονα του συναισθήματος της χαράς και της λύπης. Βεβαίως το συναίσθημα αυτό θεωρείται από τους εκτός της Εκκλησίας παράλογο, διότι η χαρά είναι η απουσία της λύπης και η λύπη είναι η απουσία της χαράς. Η Εκκλησία όμως, πέρα από σώζουσα δυνατότητα για τα ανθρώπινα πρόσωπα, είναι και η μεγάλη ανατροπή κατά των πτωτικών δομών του κόσμου, ώστε οι αρχές και οι πρακτικές της να θεωρούνται από εκείνον ως «παρεκτροπή». Ως μια τέτοια θεωρείται και το συναίσθημα της χαρμολύπης, την οποία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αποκαλεί «χαροποιόν πένθος», επισημαίνοντας πως «όποιος πορεύεται με διαρκή θλίψη αυτός γιορτάζει αδιάκοπα»! Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι όντως πραγματιστική και γι’ αυτό βιώνει ταυτόχρονα το ανθρώπινο δράμα και την εν Χριστώ σωτηρία και λύτρωση. Μόνο έτσι συνειδητοποιείται η ανάγκη της σωτηρίας!
 

Ο Θεός, ως το υπέρτατο αγαθό, είναι η πηγή της χαράς και της αισιοδοξίας. Ο άνθρωπος, το ευγενέστερο δημιούργημα του Θεού, πλάστηκε να απολαμβάνει τις άπειρες δωρεές του Δημιουργού του και να ζει με διαρκή χαρά και αδιατάρακτη ειρήνη, με την προϋπόθεση να είναι εκούσιος κοινωνός του αγαθού και αποδέκτης των εντολών του Θεού. Στην αντίθετη περίπτωση, θα έχανε τις δωρεές του αγαθού και θα έπιπτε σε ανείπωτη δυστυχία, όπως δυστυχώς και έγινε. Κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, προτίμησε το κακό, με συνέπεια να χάσει την αρχέγονη ευτυχία του και να περιπέσει σε αφάνταστη δυστυχία. Απώλεσε κάθε ίχνος αισιοδοξίας και ευτυχίας. Το συνεχώς αυξανόμενο κακό στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, που συσσώρευε η  αμαρτία, βύθιζε όλο και πιο πολύ τον άνθρωπο στην άβυσσο της δυστυχίας με αποτέλεσμα η ιστορία του κόσμου είναι μια ατελείωτη ιστόρηση της ανθρώπινης δυστυχίας και κακοδαιμονίας και οι χαρές και οι ανάπαυλες ειρήνης να είναι σπάνιες.
 

Ο ερχομός του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από την δουλεία του διαβόλου, έφερε μια νέα δυναμική κατά του κακού και της αμαρτίας, οι οποίες ευθύνονταν για την ανθρώπινη κακοδαιμονία. Έφερε στον αναγεννημένο άνθρωπο ξανά την χαμένη χαρά και αισιοδοξία. Ο πιστός του Χριστού βιώνει πλέον μια νέα πραγματικότητα. Υπερβαίνοντας την απλή βιολογική του ύπαρξη ανάγεται στην κατάσταση του προσώπου, έχοντας ως καθοριστικό πρότυπο το θείο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Η αναγωγή γίνεται αποκλειστικά χάρις σε Εκείνον.
 

Μέσα σε αυτή την προοπτική ο σεσωσμένος άνθρωπος βιώνει σε κάθε στιγμή της ζωής του τις ευλογίες του Θεού. Η ζωή του στο εξής είναι μια αδιάκοπη ευχαριστία και ένας ασίγαστος αίνος για της θείες δωρεές. Ο ψυχικός του κόσμος, αλλά και ο κόσμος γύρω του έχει γίνει ξανά «καλός λίαν» (Γεν. 1,31).  To υπάρχον κακό στο περιβάλλον του βεβαίως τον αγγίζει, αλλά  δεν τον πλήττει καίρια, διότι είναι θωρακισμένος με τη χάρη του Χριστού.  «Τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ» (Ρωμ.8,18) είναι για τον πιστό παιδαγωγικά μέσα για την πνευματική του τελείωση.
 
 

Η απελπισία αντικαταστάθηκε μέσα στην ψυχή του από αισιοδοξία, επειδή γνωρίζει ότι ο τελικός νικητής θα είναι ο Χριστός και το κακό και η κακοδαιμονία έχει προκαθορισμένο τέλος. Είναι οπλισμένος με υπομονή, ο οποία γεννιέται από την ελπίδα, που έχει πλημμυρίσει την σκέψη και την καρδιά του, αφού κατά τον απόστολο Παύλο: «ἐλπίζομεν (και) δι’ ὑπομονῆς ἀπεκδεχόμεθα» (Ρωμ. 8,25). Ο κόσμος δεν είναι πια η κόλασή του, όπως πρεσβεύει η εξωχριστιανική απαισιόδοξη διανόηση, αλλά ο προθάλαμος και η πρόγευση του παραδείσου. Οι συνάνθρωποί του δεν είναι εχθροί και ανταγωνιστές του, αλλά οι αδελφοί του, οι συνοδοιπόροι του στο ταξίδι προς την αιωνιότητα. Κατανοεί τα όποια προβλήματα σε αυτούς ως «νόσους» και «τραύματα», κατάλοιπα της αμαρτίας και του κακού και γι’ αυτό παραμένει ανεκτικός και ανεξίκακος. 
 
 
    
Παράλληλα με τη χαρά και την αισιοδοξία μια λεπτή και διακριτική θλίψη διακατέχει τον πνευματικά καλλιεργημένο πιστό, την οποία θεωρεί ως αρετή, αφού είναι «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. 5,4). Αυτή η λύπη, κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, είναι αποτέλεσμα της ταπείνωσης. Καρπός δε της ταπείνωσης είναι η μετάνοια και σημάδι της μετάνοιας τα δάκρυα. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε πως για να έχουμε ελπίδα σωτηρίας «πρέπει να βάλλουμε την ψυχή μας στο μούσκιο των δακρύων», επίσης ο αείμνηστος όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς έγραψε πως «ο μόνος τρόπος να δούμε το Θεό είναι τα δακρυσμένα μάτια» (Κεφαλ. Ασκητικά και Θεολογικά). Θλιβόμαστε για την τραγική κατάσταση του κόσμου, ο οποίος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ιωάν. 5,19). Λυπούμαστε διότι υπάρχουν άνθρωποι που προβάλλουν το κακό και την αφύσικη αμαρτωλή ζωή ως φυσική και την εν Χριστώ ζωή και πολιτεία ως αφύσικη! Λυπούμαστε που πληθώρα συνανθρώπων μας κυλιούνται στο βόρβορο και τη λάσπη της ασωτίας, μη έχοντας την παραμικρή διάθεση για μετάνοια και αλλαγή τρόπου ζωής. Μας λυπούν επίσης και οι δικές μας πνευματικές εκπτώσεις και οι ενδοτισμοί στους πειρασμούς, διότι διαπιστώνουμε ότι δεν κάνουμε τον πρέποντα αγώνα μας, και ενώ νομίζουμε ότι βιώνουμε την ορθόδοξη πνευματικότητα, υπάρχει πιθανότητα να ενδώσουμε στην αμαρτία και να χάσουμε τις όποιες πνευματικές μας κατακτήσεις. Λυπούμαστε τέλος για το χαμένο χρόνο που σπαταλήσαμε στην αμαρτία και στερηθήκαμε για πολύ τις σωτήριες δωρεές του Θεού. 

 
  
Αυτή είναι η μακάρια κατάσταση της χαρμολύπης, την οποία συναντούμε στους πνευματικούς ανθρώπους της Ορθοδοξίας μας, στους ασκητές της ερήμου, αλλά και στους αγωνιστές των πόλεων, οι οποίοι με τη θέλησή τους «εὐνούχισαν ἑαυτούς» (Ματθ. 19,12), δηλαδή αποκόπηκαν με τη θέλησή τους από τον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς, για να δηλώσουν πολίτες της βασιλείας του Θεού. Οι ποταμοί των καυτών δακρύων όλων των ευλογημένων χριστιανών είναι προϊόν της ουράνιας χαράς και συνάμα της σωτήριας λύπης που διακατέχουν την ψυχή τους. Είναι ξεχείλισμα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν» (Ρωμ. 8,28).
  

Η ιερή περίοδος του Τριωδίου είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας για νίψη και κάθαρση, ώστε να νοιώσουμε το υπέροχο συναίσθημα της χαρμολύπης, ως ένδειξη της πνευματικής μας ωρίμανσης. Τα πρώτα σωματικά και κυρίως τα ψυχικά δάκρυά μας θα σημάνουν την απόφασή μας για μετάνοια, και θα σηματοδοτήσουν την έναρξη μιας νέας βιωτής και το ξεκίνημα μιας νέας πορείας προς τη σωτηρία και τη θέωση. Να θυμούμαστε πως σε αυτή την κοπιώδη ανάβασή μας δε είμαστε μόνοι, αλλά, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, «τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν… (και) ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8,26). 

Καθηγητής Λάμπρος Κ. Σκόντζος

Πηγή: http://www.faneromenihol.gr 

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Κ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

Γράφει ο κ. Δημήτριος Ματσκίδης, θεολόγος
 
 
Ἀρχίζει ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου, πού διαρκεῖ δέκα ἑβδομάδες. Στή διάρκειά της οἱ πιστοί ἀσκοῦνται στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, μεθοδικά καί ἱεραρχημένα, μέ τή λατρεία καί τήν ὅλη ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας. Κάθε ἑβδομάδα ἐπικεντρώνεται ἡ προσοχή τους σ᾿ ἕνα μήνυμα καί σέ μία ἀρετή.
 
Τό σύνθημα, γιά τό μήνυμα καί τήν ἀρετή τῆς ἑβδομάδας, τό δίνει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς κυριακάτικης Λειτουργίας. Μετά ἡ ὑμνολογία, τό κήρυγμα καί ἡ ὅλη λατρεία τῆς ἑβδομάδας ἀναλύουν τό προβαλλόμενο μήνυμα καί δημιουργοῦν προϋποθέσεις, πού χρειάζονται οἱ πιστοί, γιά νά βιώσουν καί νά κάνουν πράξη τήν προβαλλόμενη ἀρετή.
 
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ Τριωδίου διηγεῖται τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί φαρισαίου. ῾Η ὑμνολογία, ἑρμηνεύοντας τήν παραβολή, προβάλλει τό μήνυμα τῆς πρώτης ἑβδομάδας τοῦ Τριωδίου μέ τό στίχο· «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν καί τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν».
Ἡ ὅλη ὑμνολογία τῆς ἑβδομάδας ἀποδίδει στόν φαρισαῖο τά ἑξῆς χαρακτηριστικά:
Ἀπόνοια·Ο φαρισαῖος παθαίνει ἀπόκλιση ἀπό τό λογικό καί τό σωστό, διότι διακατέχεται ἀπό τήν ψευδαίσθηση ὅτι εἶναι αὐτοδύναμος καί αὐτάρκης, ἐνῶ ἡ λογική βοᾶ ὅτι ὡς κτιστός εἶναι θνητός καί ἐξαρτημένος.
Οἴηση· Εἶναι φαντασμένος. Νομίζει ὅτι τά ᾿χει ὅλα. Δέν βλέπει τίς ἐλλείψεις του. ῎Ετσι ἀποκλείει ἐκ τῶν προτέρων τή δυνατότητα γιά διόρθωση.
῎Επαρση· Βάζει τόν ἑαυτό του πάνω ἀπό τούς ἄλλους, ἀγνοώντας ὅτι εἶναι κοινή ἡ ἀνθρώπινη φύση σ᾿ ὅλα τά ἀνθρώπινα πρόσωπα.
Κενοδοξία· Μανιακή ἀναζήτηση τῆς κούφιας δόξας. Συνεχῶς ἄγχεται καί ἀγωνίζεται νά πείσει τούς ἄλλους νά τόν θαυμάζουν καί νά τόν ἐπαινοῦν. ῎Ετσι ποτέ δέν μπορεῖ νά ἠρεμήσει καί νά εἰρηνεύσει.
Ψυχικό τύφο· Σύνθεση τῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς κενοδοξίας, πού τόν κάνουν νά ἀρνεῖται τόν Θεό καί νά χωρίζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Μέ τήν ἀνάλυση αὐτή δείχνει ἡ ὑμνολογία ὅτι ὁ φαρισαϊσμός ὡς ἀπόνοια καί ἀνοησία, ὡς φαντασίωση καί ψευδαίσθηση, ὡς ὕβρις καί νοσηρός δονκιχωτισμός, ὡς ἄρνηση κοινωνίας μέ τόν Θεό καί τούς συνανθρώπους ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει δυστυχισμένο. Τοῦ στερεῖ τή δυνατότητα νά ἀναπαύεται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί νά χαίρεται τήν ἐμπιστοσύνη τῶν πλησίον του. ῾Ο φαρισαϊκός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά εἶναι πνευματικός ἄνθρωπος. Δέν ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, διότι δέν τή ζητᾶ. Δέν μπορεῖ ἑπομένως ὁ φαρισαῖος νά χριστοποιηθεῖ. Θά λιμοκτονεῖ στή μίζερη θνητότητά του. Θά εἶναι δυστυχισμένος στή δαιμονική μοναξιά του.
 
῞Ομως τό μήνυμα τῆς ᾿Εκκλησίας δέν εἶναι μόνο ἀρνητικό. Συμπληρώνεται καί μέ τή θετική διατύπωση· «Τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν».
 
῾Η τελωνική ταπείνωση φυσικά δέν εἶναι ὑποκριτική ταπεινολογία οὔτε ἡττοπάθεια καί μειονεκτικότητα. ῾Η τελωνική ταπείνωση, πού προβάλλει ἡ ᾿Εκκλησία ὡς ἀρετή, εἶναι ἡ συναίσθηση ἐξάρτησης ἀπό τόν Θεό καί κοινότητας μέ τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ἡ βαθειά ἐπίγνωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δοῦλος Θεοῦ καί σύνδουλος τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἅγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής προσδιορίζει τήν οὐσία τῆς ταπείνωσης ὡς ἑξῆς· «Ταπεινοφροσύνη εἶναι συνεχής προσευχή... Διότι αὐτή, ἐπικαλούμενη πάντοτε τόν Θεό σέ βοήθεια, δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά πιστεύει ἀνόητα στή δική του δύναμη καί σοφία οὔτε νά ταπεινώνει ἄλλους. Αὐτή ἡ ταπείνωση ἀποτελεῖ τή βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν, τήν προϋπόθεση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί τήν οὐσία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.»
῾Η ταπεινοφροσύνη εἶναι ρεαλιστική προσαρμογή στή ζωή.
 
῾Ο λογικός καί ἰσορροπημένος ἄνθρωπος συνειδητοποιεῖ τά ὅρια τῶν δυνατοτήτων του στή ζωή. Γνωρίζει καλά πώς ὅ,τι εἶναι, ὅ,τι ἔχει, ἄλλος τοῦ τά ἔδωσε καί ὅποτε θέλει τοῦ τά παίρνει. Συνειδητοποεῖ ὅτι ὅλα στή ζωή εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ.
 
Αὐτή ἡ συναίσθηση κάνει τόν ἄνθρωπο ἰσορροπημένο καί ρεαλιστή καί προσγειωμένο. Τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς, ἀπό τό ἄγχος καί τήν ἀγωνία, πού προκαλοῦν στόν ἄνθρωπο οἱ αὐτονομημένες ὁρμές τῆς αὐτοσυντήρησης. ῾Ο ταπεινός δέν πετάει στά σύννεφα. Φροντίζει τίς ὁρμές τῆς αὐτοσυντήρησης, πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τίς αὐτονομεῖ. Τίς καλύπτει ἱεραρχημένα μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ἡ ταπεινοφροσύνη, ὡς ρεαλιστική θεώρηση τῆς ζωῆς, ἀπαλλάσσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ματαιοδοξία, τό ἄγχος καί τήν ἀγωνία. ᾿Εξασφαλίζει στόν ἄνθρωπο ψυχική γαλήνη, τή βασικότερη προϋπόθεση τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας. ᾿Ακόμα, ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τό βασικότερο θεμέλιο τῆς οἰκογένειας.
 
῾Η κυριότερη προϋπόθεση γιά τήν οἰκογενειακή ζωή εἶναι ἡ ἀλληλοεκτίμηση τῶν μελῶν της. Κανένα ἀγαθό, καμία προσφορά δέν ἀνταλλάσσεται στήν οἰκογένεια μέ τήν τιμή. Μέ τίποτα δέν ἀντικαθίσταται ἡ ἀλληλοεκτίμηση τῶν συζύγων, τῶν γονέων καί παιδιῶν. ῞Ομως αὐτή ἡ ἀλληλοεκτίμηση τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας ὑπάρχει μόνο ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση. ῞Οταν οἱ σύζυγοι εἶναι ἐγωιστές, δέν ἀναγνωρίζουν τίποτα καλό στόν ἄλλο. Συνεχῶς ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους, ἀλληλοκατηγοροῦνται, ἀλληλοκατακρίνονται. ῎Αν οἱ γονεῖς ἤ τά παιδιά δέν εἶναι ταπεινοί, δέν μποροῦν νά ἀλληλοεκτιμηθοῦν.
 
Μόνο οἱ ταπεινόφρονες σύζυγοι δέν ἔχουν προβλήματα ἀνυπέρβλητα μεταξύ τους. Διότι ἡ ταπείνωση τούς βοηθᾶ ἄλλοτε νά παραβλέπουν, ἄλλοτε νά συζητοῦν μέ ψυχραιμία, πάντοτε νά γαληνεύουν καί νά τά βρίσκουν μεταξύ τους. Οἱ ταπεινόφρονες γονεῖς δέν ἐρεθίζουν τά παιδιά τους, τά ἐμπνέουν σεβασμό, τά καθοδηγοῦν μέ ὑπομονή, ἔχουν συνεχῆ ἐποικοδομητικό διάλογο μαζί τους. Τά ταπεινόφρονα παιδιά ἐπωφελοῦνται ἀπό τήν πείρα τῶν γονιῶν τους, ψύχραιμα συνθέτουν τήν παράδοση μέ τήν πρόοδο, προκόβουν μέ τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐχές τῶν γονιῶν τους. Καί ὅταν, ὅπως εἶναι πολύ φυσικό, δέν συμφωνοῦν μέ τούς γονεῖς τους, μποροῦν νά κάνουν αὐτό πού θεωροῦν σωστό, χωρίς νά ὀξύνουν τίς σχέσεις τους μαζί τους.
 
᾿Επίσης ἡ ταπεινοφροσύνη στηρίζει τήν πραγματική κοινωνικότητα.
 
Φυσικά, κοινωνικότητα δέν εἶναι ἡ τυπική κοσμικότητα, ἀλλά τό νά γίνει ὁ ἄνθρωπος πρόσωπο. Δηλαδή, νά ὑπερβεῖ τήν ἀτομικότητά του καί νά νιώθει ἑνωμένος μέ τούς ἄλλους. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στή βυζαντινή περίοδο καί στή διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας, πού προβάλλονταν ἡ χριστιανική ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀναπτύχθηκε ἡ ῾Ελληνική Κοινότητα πού συντηροῦσε τό γένος.
᾿Εξάλλου ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή στερέωση τῆς δημοκρατίας.῞Οπου δέν ὑπάρχει ἡ ταπείνωση -παρά τίς δημοκρατικολογίες- καλλιεργεῖται χωρισμός καί διχασμός τῶν πολιτῶν καί τελικά ρατσισμός καί φασισμός. ῾Η ταπείνωση ἐναρμονίζει τίς σχέσεις τῶν πολιτῶν καί στερεώνει τή συνύπαρξή τους. Πολύ περισσότερο ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ κύρια προϋπόθεση τῆς σωτηρίας.
 
Στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία, σωτηρία λέμε τήν πνευματική, τή βουλητική καί ὑπαρξιακή ἕνωση μέ τόν Θεό. ῾Η ἕνωση ὅμως αὐτή γίνεται μέν ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Αλλά γιά νά ὑπάρξει αὐτή ἡ ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά ἀναγνωρίζει τήν ἀνεπάρκειά του, δηλαδή νά εἶναι ταπεινός. Γι᾿ αὐτό λέμε ὅτι δέν ὑπάρχει σωτηρία χωρίς ταπείνωση. ῾Ο φαρισαῖος ἔμεινε ἀδικαίωτος, ἐπειδή δέν ζήτησε δικαίωση. Καί δέν ζήτησε δικαίωση, ἐπειδή δέν ἦταν ταπεινός καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του αὐτάρκη. ῾Ο τελώνης, πού ἦταν ταπεινός καί ἔνιωθε τήν ἀνεπάρκειά του, ζήτησε καί πῆρε τή σωτηρία.
 
Λοιπόν, εἶναι φανερό ὅτι ὅ,τι λέμε ἁμαρτία στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα καί ὅ,τι λέμε πλέγματα στήν Ψυχολογία εἶναι ὁ φαρισαϊσμός, πού χωρίζει τούς ἀνθρώπους, σκορπᾶ τή δυστυχία στή ζωή τους, ματαιώνει τή σωτηρία τους. ᾿Αντίθετα, ἡ πορεία πρός τήν ἐπιτυχία, πρός τήν ψυχική γαλήνη, τήν εἰρηνική οἰκογενειακή καί κοινωνική ζωή, πρός τή χριστοποίηση γίνεται μέ τήν ταπείνωση. Αὐτό βεβαιώνει ἡ πείρα τῆς ζωῆς, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό τό Τριώδιο ἀρχίζει μέ τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί φαρισαίου καί ἡ ᾿Εκκλησία βάζει ὡς πρῶτο σύνθημα τή διατύπωση· «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν καί τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν».
 

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Δύο οριακές συναντήσεις


 
του Καθ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου



Εβρ 7:7-17: Ο Ιησούς Χριστός ως νέος Μελχισεδέκ

Η ανάμνηση μιας συνάντησης αποτελεί το περιεχόμενο της γιορτής της Υπαπαντής, που σύμφωνα με το λειτουργικό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου κάθε έτους. Μιας συνάντησης που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οριακή, καθώς το ένα από τα πρόσωπα που μετέχουν σ’ αυτήν βρίσκεται στο τέλος της ζωής του, ενώ το άλλο μόλις στην αρχή της. Από τη μια μεριά στέκεται ένας γέρος ιουδαίος ιερέας, ο Συμεών, και από την άλλη ο νεογέννητος, μόλις ολίγων ημερών, Ιησούς. Η συνάντηση γίνεται στα Ιεροσόλυμα, στον περίφημο μεγαλοπρεπή Ναό που ο βασιλιάς Ηρώδης έχτισε στη θέση του παλιού ναού του Σολομώντα, όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία πήγαν εκεί, για να προσφέρουν τις προβλεπόμενες από τον ιουδαϊκό Νόμο θυσίες για τη γέννηση του παιδιού τους.

Όμως δεν είναι ούτε η διαφορά της ηλικίας των προσώπων που συναντιούνται ούτε ο τόπος αυτά που καθιστούν τη συγκεκριμένη συνάντηση αξιομνημόνευτη για δυο χιλιάδες χρόνια τώρα. Η ιδιαιτερότητα της συνάντησης ανάμεσα στον Συμεών και στον Ιησού βρίσκεται σ’ αυτό που τα δύο πρόσωπα αντιπροσωπεύουν. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη συνάντηση δύο κόσμων· ενός παλιού που σβήνει και χάνεται και ενός καινούργιου που μόλις ανατέλλει.


Ο Συμεών αντιπροσωπεύει τον πρώτο, τον παλιό κόσμο. Είναι εκπρόσωπος ενός λαού που για αιώνες ζέσταινε μέσα στην καρδιά του την ελπίδα της έλευσης ενός λυτρωτή. Με όπλο την ελπίδα αυτήν έδωσε άπειρους αγώνες, ξεπέρασε ανυπέρβλητα εμπόδια, τα έβαλε με πανίσχυρες αυτοκρατορίες, πολέμησε με τους Αιγυπτίους, τους Ασσυρίους, τους Βαβυλωνίους, τους Πέρσες, τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, οι συνεχείς απογοητεύσεις, η μακρόχρονη αναμονή και υπομονή τον κούρασαν, τον εξουθένωσαν. Έφτασε στα όριά του και, καθώς δεν είχε άλλο κουράγιο για νέα οράματα και νέες προσδοκίες, πέρασε στη συντήρηση. Το όραμα του αναμενόμενου λυτρωτή δεν έσβησε, βέβαια, αλλά ξεθώριασε, αλλοιώθηκε, φτήνυνε. Και μαζί μ’ αυτό φτήνυνε και η εικόνα του λυτρωτή· ο παγκόσμιος βασιλιάς της ειρήνης και της δικαιοσύνης μετατράπηκε σε έναν τοπικό αρχηγό, που θα επαναστατήσει κατά των Ρωμαίων και θα απαλλάξει τον λαό του από τη μιζέρια της σκλαβιάς και της αβάσταχτης ρωμαϊκής φορολογίας. Έτσι, τώρα που έφτασε ο καιρός για να γίνει το παλιό όραμα πραγματικότητα, τώρα που επιτέλους ο αναμενόμενος λυτρωτής ήρθε, μόνον ένας γέρος απέμεινε που να είναι σε θέση να τον αναγνωρίσει και να τον υποδεχτεί.

Το αποστολικό ανάγνωσμα της γιορτής προέρχεται από την Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ και είναι ένα απόσπασμα από την επιχειρηματολογία του αποστόλου που προσπαθεί να αποδείξει ότι η ιερωσύνη του Ιησού είναι ανώτερη από την ιουδαϊκή ιερωσύνη. Για τον λόγο αυτόν υπενθυμίζει στους αναγνώστες του το επεισόδιο της συνάντησης του προπάτορά τους Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση του βιβλίου της Γενέσεως, επιστρέφοντας ο Αβραάμ από μια νικηφόρα μάχη, πέρασε από την Ιερουσαλήμ, στην οποία τότε κατοικούσε μια χανανιτική φυλή, οι Ιεβουσαίοι. Έξω από την πόλη συνάντησε τον βασιλιά της, τον Μελχισεδέκ, ο οποίος ήταν και ιερέας της πόλης. Ο Μελχισεδέκ πρόσφερε στον Αβραάμ κρασί και ψωμί και ο Αβραάμ του έδωσε το ένα δέκατο από τα λάφυρα που είχε πάρει από τη μάχη (Γεν 14:17-20). Ξεκινώντας ο απόστολος από τη λογική παραδοχή ότι: «αυτός που ευλογεί είναι αναντίρρητα ανώτερος απ’ αυτόν που ευλογείται», και εφαρμόζοντας την ερμηνευτική μέθοδο της εποχής του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αφού ο Αβραάμ ευλογήθηκε από τον Μελχισεδέκ, ευλογήθηκε μέσα από αυτόν και ο απόγονός του ο Ααρών, ο πρώτος αρχιερέας των Ισραηλιτών. Κατά συνέπεια ο Μελχισεδέκ είναι ανώτερος από τον Ααρών. Ο λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο κείμενο διαβάζεται κατά τη γιορτή της Υπαπαντής είναι ότι αναφέρεται στο όραμα του παλιού λαού του Θεού για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω.


Με το απόσπασμα αυτό ο απόστολος προσπαθεί να αναστήσει για τους συμπατριώτες του το παλιό όραμα. Προσπαθεί να τους θυμίσει πώς ξεκίνησε αυτή η ελπίδα. Τους ζητάει να στρέψουν τη σκέψη τους δυο χιλιάδες χρόνια πίσω, στην εποχή του προπάτορά τους, του Αβραάμ και στη συνάντησή του με τον Μελχισεδέκ. Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια· οι απόγονοι του Αβραάμ έγιναν μεγάλος λαός, ο Θεός τους χάρισε γη, τους προστάτεψε από τους εχθρούς τους, τους έδωσε νόμο που θα ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις και τους όρισε ιερατείο για να τον λατρεύουν. Όμως εκείνο το περίεργο επεισόδιο, εκείνη η συνάντηση του Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ δεν ξεχάστηκε. Ο λαός του Θεού γνώριζε ότι και ο Νόμος του και το ιερατείο του δεν ήταν αιώνια, αλλά μέσα που θα τον προετοίμαζαν για τη μεγάλη συνάντηση με τον πραγματικά αιώνιο αρχιερέα. Ο Μελχισεδέκ έγινε σύμβολο αυτού του αναμενόμενου αρχιερέα, και η αναμονή αυτή έγινε ύμνος που τον έψελναν στον ναό τους:

Είπε στον Κύριό μου ο Κύριος:

“Κάθισε στα δεξιά μου

ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου

κάτω απ’ την εξουσία σου”.

Απ’ τη Σιών θα στείλει ο Κύριος

της εξουσίας σου το σκήπτρο·

δέσποζε στους εχθρούς σου ανάμεσα.

Σ’ ακολουθεί ο λαός σου εθελοντικά,

όταν τους προσκαλείς

ν΄ αγωνιστούνε.

Ομορφοστόλιστα σαν να ’ταν για την άγια γιορτή,

δροσάτα καθώς της αυγής τ’ αγιάζι,

τα παλικάρια σου τριγύρω σου συνάζονται.

Ο Κύριος τ’ ορκίστηκε

και δεν θ’ αλλάξει γνώμη:

Εσύ είσαι ιερέας για πάντα

όπως ο Μελχισεδέκ (Ψαλ 109:1-4).

Αυτά προσπαθεί ο απόστολος να θυμίσει στους συμπατριώτες του Εβραίους. Όμως τα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν από τη συνάντηση Αβραάμ και Μελχισεδέκ μέχρι τη συνάντηση Συμεών και Ιησού αποδείχτηκαν πάρα πολλά· το όραμα είχε πια σχεδόν πεθάνει.
 

Σήμερα ο νέος λαός του Θεού ζει σε μιαν ανάλογη εποχή. Έχουν περάσει και πάλι δυο χιλιάδες χρόνια. Ο νέος Ισραήλ, η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός, πέρασε αντίστοιχες με τον παλιό καταστάσεις. Τα έβαλε κι αυτός με αυτοκρατορίες, πάλεψε με χίλιες δυο αντιξοότητες, έκανε κι αυτός ιερατείο και περικαλλείς ναούς για να λατρέψει τον Θεό του. Όπλο του στους αγώνες αυτούς ήταν ένα καινούργιο όραμα· η Βασιλεία του Θεού, ένας καινούργιος κόσμος, όπου θα βασιλεύει η αγάπη, η ειρήνη και η δικαιοσύνη.

Έτσι, τώρα καλείται η Εκκλησία να απαντήσεις στο ερώτημα· πόσο ζωντανό είναι ακόμη αυτό το όραμα; Μήπως τα δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού την κούρασαν; Μήπως εγκατέλειψε τον αγώνα και πέρασε στη συντήρηση; Φτήνυνε τόσο πολύ το όραμα, ώστε οι χριστιανοί να εμφανίζονται έτοιμοι να παραδοθούν στον πρώτο επίγειο “σωτήρα” που θα εμφανιστεί, διακηρύσσοντας ότι θα εγκαθιδρύσει μια “νέα τάξη πραγμάτων” στον κόσμο; Μήπως το όραμα της παγκόσμιας ειρήνης και της συναδέλφωσης όλων των λαών έδωσε τη θέση του στους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς;
 


Δεν είναι, βέβαια, εύκολο να δώσει κανείς μια σύντομη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής (Λουκ. 2:22-40) δίνει το μέτρο για μια εκτίμηση της κατάστασης. Ο γέρο - Συμεών είχε την ετοιμότητα να αναγνωρίσει τον Χριστό, έστω και ως βρέφος, γιατί είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στον σκοπό αυτό, ώστε να είναι έτοιμος την κατάλληλη στιγμή. Ο Θεός δεν εμφανίστηκε μία και μοναδική φορά στην Ιστορία. Είχε εμφανιστεί πάμπολλες φορές στο παρελθόν και εξακολουθεί να εμφανίζεται και σήμερα. Το ερώτημα είναι πάντοτε, ποιοι είναι σε θέση να τον αναγνωρίσουν. Σε πάρα πολλά σημεία του κηρύγματός του τονίζει ο Ιησούς την ανάγκη αυτής της ετοιμότητας. Ο παλιός Ισραήλ έχασε αυτήν την ετοιμότητα και μαζί της έχασε και τη σωτηρία, παρά το πλήθος των θυσιών που προσέφερε στον Ναό του. Αν από τα παραπάνω ερωτήματα προκύψει ως απάντηση ότι και οι χριστιανοί έχασαν την ετοιμότητά τους, τότε είναι μάταιες οι πανηγυρικές λειτουργίες και οι λιτανείες, μάταια τα προσκυνήματα και τα τάματα. Μόνον αν κρατηθεί ζωντανό το όραμα της Βασιλείας, μόνον αν από σήμερα κιόλας ξεκινήσει ο αγώνας για την πραγμάτωσή του, μόνον τότε μπορεί η Εκκλησία να είναι φορέας σωτηρίας για όλους τους λαούς της γης.

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ


Ἰατροί ἀνεδείχθητε, ἀσθενούντων Μακάριοι
καὶ φωστῆρες ἄδυτοι διὰ πίστεως·
ὁμολογίας συνήγοροι, Μαρτύρων συμμέτοχοι,
τοὺς στεφάνους ἀληθῶς, τοὺς τῆς νίκης δεξάμενοι.
Κῦρε ἔνδοξε, καὶ σοφέ Ἰωάννη,
ἀσιγήτως δυσωπεῖτε τὸν Σωτῆρα,
ὑπὲρ ἡμῶν Παμμακάριστοι.

 
Ἐκκλησία μας τὴν 31η Ἰανουαρίου ἑορτάζει τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου. Οἱ θαυματουργοί αὐτοί ἅγιοι ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ ἀσεβοῦς βασιλέως Διοκλητιανοῦ (292). Ὁ Κῦρος γεννήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, ὁ δὲ Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας.

Οἱ γονεῖς τοῦ Κύρου ἦταν πολύ εὐσεβεῖς χριστιανοί καὶ ἀνέθρεψαν τὸν υἱὸν τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Τὸν δίδαξαν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη στὸν Χριστό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει εὐλαβής καὶ ἐνάρετος Χριστιανός. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἦταν τὸ καθημερινό ἐντρύφημά του· μὲ αὐτὴν κοιμότανε καὶ μὲ αὐτήν ξυπνοῦσε. Ἡ φρόνηση, ἡ κοσμιότητα καὶ ἡ ταπείνωση ἦταν μερικά ἀπο τὰ πολλά χαρίσματά του. Ὅσο μεγάλωνε στὴν ἡλικία, δυνάμωνε μέσα του ὁ θεῖος ἔρωτας καὶ σκληραγωγοῦσε τὸ σῶμα του μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ μὲ κάθε ἐγκράτεια, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνῶ ἦταν νέος ἀκόμη ζοῦσε ἀγγελική ζωή.

Οἱ γονεῖς του, παράλληλα μὲ τὴν κατὰ Χριστόν μόρφωσή του, φρόντισαν νὰ τοῦ δώσουν καὶ κοσμική μόρφωση· δηλαδή νὰ σπουδάσει τὴν ἰατρική τέχνη, ὄχι βέβαια για τὴν ἀπόκτηση χρημάτων ἤ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλά γιὰ τὴν βοήθεια πασχόντων καὶ δυστυχισμένων συνανθρώπων. Ἔτσι ὁ Κῦρος ἔγινε ἕνας ἐμπειρότατος ἰατρός. Στὸ ἰατρικό ἐργαστήριο του κατέφευγε πλῆθος ἀρρώστων ἀνθρώπων, ποὺ θεραπεύονταν ὄχι μόνο μὲ τὶς ἰατρικές θεραπεῖες, οἱ ὁποῖες γίνονταν τότε μὲ βότανα καὶ μὲ διάφορα φάρμακα, ἀλλά κυρίως θαυματουργικῶς, μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Γιατί μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης δίδασκε στοὺς ἀνθρῶπους τὴν ευσέβεια καὶ τοὺς μὲν εἰδωλολάτρες ὁδηγοῦσε στὴν χριστιανική πίστη, τοὺς δε πιστούς στερέωνε σ΄αὐτήν. Θεωροῦσε ὡς αἰτία πολλῶν ἀσθενειῶν τὴν ἀμαρτία, στηριζόμενος μάλιστα στὸ γεγονός τῆς θεραπεῖας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Βηθεσδᾶ, στὸν ὁποῖον ὁ Κύριος, μετὰ τὴν θαυματουργική θεραπεῖα εἶπε: «Ἴδε, ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἀμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρον τὶ σοι γένηται». Δηλαδή, δὲς πόσο ἀνέλπιστα, χωρίς κόπο καὶ δαπάνες ἔγινες ὑγιής, προσπάθησε τώρα νὰ μὴν ἐπανέλθεις στὴν άμαρτωλή ζωή, γιὰ νὰ μὴν σοῦ συμβεῖ κάτι χειρότερο (Ἰωάν. 5,14). Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Σωτῆρος φανερώνουν, ὅτι ἡ μακροχρόνια ἐκείνη παράλυση ἦταν ἀποτέλεσμα ἁμαρτωλῆς ζωῆς. Γιατὶ πολλές ἀρρώστειες εἶναι ἀποτέλεσμα ὁρισμένων ἀμαρτημάτων.

Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Κῦρος ἀκολουθῶντας τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας, ἔγινε αἴτιος σωτηρίας πολλῶν ψυχῶν, γιατί μαζί μὲ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος προσπαθοῦσε νὰ δώσει καὶ τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό ἔλεγε: «Ὅποιος θέλει νὰ μὴν ἄρρωστήσει, ἄς φυλάγεται ἀπὸ τὴν ἄμαρτία, ἐπειδή ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ἔρχεται πολλές φορές ἡ ἀρρώστεια».

Τὸ ἰατρικό ἐργαστήριο τοῦ ἁγίου Κύρου ἔγινε κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, στὴν ὁποῖα ἔβρισκαν θεραπεία ἀπὸ κάθε νόσο καὶ κάθε ἀσθένεια, ὅσοι κατέφευγαν ἐκεῖ. Αὐτό βέβαια δεν εἶναι παράξενο, γιατί ὁ Κύριός μας μᾶς εἶπε: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κακεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει». Δηλαδή, ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σὲ μένα, τὰ ὑπερφυσικά ἔργα ποὺ κάνω ἐγώ θὰ κάνει καὶ ἐκεῖνος καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά θὰ κάνει (Ἰωαν. 14,12).

Ὁ ἅγιος Κῦρος ἀπέκτησε μεγάλη φήμη. Ἡ κατά Χριστόν ζωή του ὅμως, ἔγινε ἀφορμή νὰ ὀργιάσουν ἐναντίον του οἱ ἐχθροί τῆς πίστεὼς μας καὶ ἄρχισαν ἕνα φοβερό πόλεμο σὲ δύο μέτωπα. Ἀπό τὴν μία οἱ εἰδωλολάτρες καὶ ἀπό τὴν ἄλλη οἱ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ τὸν συκοφαντήσουν στὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου, γιατί ἀσφαλῶς «τοὺς χαλοῦσε τὴν πιάτσα», ἀφοῦ θεράπευε χωρίς ἀμοιβή· γι΄ αὐτό ὀνομάστηκε καὶ ἀνάργυρος. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ ἐχθροί τοῦ ἁγίου τὸν κατηγόρησαν ὡς χριστιανό στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος ἦταν σκληρότατος καὶ ἀπάνθρωπος, ὅτι στρέφεται ἐναντίον τῶν εἰδώλων καὶ ὁτι δὲν φοβᾶται τὴν δύναμή του καὶ τὴν ἐξουσία του καὶ καθημερινῶς μεταδίδει τὴν χριστιανική πίστη σὲ ὅλους τοὺς ἄνθρώπους. Τότε, λοιπόν, ὁ ἄρχοντας διέταξε νὰ φέρουν τὸν Κῦρο στὸ δικαστήριο. Αὐτός ὅμως ἔφυγε στὴν Ἀραβία, ὄχι ἀπὸ δειλία, ἀλλά ἀπὸ θεῖα οἰκονομία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἐκεῖ εἰδωλολάτρες στὴν ἀληθινή πίστη. Ἐκεῖ πῆγε σὲ μοναστήρι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνέλθει σὲ ὑψηλά πνευματικά ἐπίπεδα. Θεράπευε κάθε ἀσθένεια μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἡ φήμη τῆς θαυματουργικῆς του χάριτος, μὲ τὴν ὁποῖα ἦταν προικισμένος ὁ ἅγιος Κῦρος, ἔφερε σ΄ αὐτόν συμμοναστή του κάποιον στρατιώτη μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννη.

Ὁ Ἰωάννης στολισμένος καὶ αὐτός ἐπίσης μὲ πολλά πνευματικά χαρίσματα ἔγινε στρατιώτης τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως. Ἀφοῦ μοίρασε ὁλη τὴν περιουσία του στοὺς πτωχούς καὶ ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ κάθε ἐπίγεια δόξα, φρόντιζε γιὰ τοὺς ἀδυνάτους καὶ ἀρρώστους καὶ ἐμιμεῖτο τὴν ζωή καὶ τοὺς ἔνθεους ἀγῶνες τοὺ ἁγίου Κύρου. Οἱ δύο ἅγιοι μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστεως στὸν Χριστό ὄχι μόνο γιάτρευαν θαυματουργικά κάθε πάσχοντα, ποὺ πήγαινε στὸ ἐρημητήριό τους, ἀλλά ἀγωνίζονταν καὶ σκληρά γιὰ νὰ στὴν πίστη τοὺς δοκιμαζομένους ἀδελφούς τους.

Ἔτσι, ὅταν ἔμαθαν ὅτι σὲ κάποια πόλη τῆς Συρίας ὁ σκληρός καὶ ἀπάνθρωπος ἡγεμόνας Συριανός ἐφυλάκισε μία χήρα γυναίκα, τὴν Ἀθανασία, μὲ τὶς τρεῖς νεαρές θυγατέρες της, τὴν Θεοκτίστη (15 χρονῶν), τὴν Θεοδότη (13 χρονῶν) καὶ τὴν Εὐδοξία (11 χρονῶν) καὶ εἶχε σκοπό νὰ τὶς βασανίσει, γιατί κήρυτταν τὸν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό, τότε οἱ δύο ἅγιοι χωρίς νὰ φοβηθοῦν πῆγαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ νουθετοῦσαν, δυνάμωναν καὶ παρακινοῦσαν μὲ τὸ λόγο τους τὶς τέσσερεις γυναῖκες στὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου. Νὰ μὴν φοβηθοῦν τὰ βασανιστήρια καὶ χάσουν τὸ στεφάνι τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως Χριστοῦ.

Ἐξαιτίας, ὅμως αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Συριανός θύμωσε καὶ διέταξε νὰ φέρουν μπροστά του τοὺς ἁγίους Κῦρο καὶ Ἰωάννη, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλε σὲ φρικτά βασανιστήρια. Ἀκόμη διέταξε νὰ φέρουν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τὴν ἁγία Αθανασία μὲ τὶς τρεῖς μικρές κόρες της, νὰ βλέπουν τὰ βασανιστήρια, οὔτως ὥστε νὰ φοβηθοῦν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὶς διαταγές τοῦ σκληροῦ ἄρχοντα. Ὅμως οἱ τέσσερεις γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ἀγάπησαν τόσο πολύ τὸν Θεό, ἔμεναν ἀμετάκλητες στὴν πίστη τους καὶ περίμεναν με πόθο τὴν ὥρα τοῦ μαρτυρίου, γιὰ νὰ πάρουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης. Καὶ ἐπειδή ἀρνήθηκαν ὄχι μόνο νὰ ὑπακούσουν στὶς διαταγές τοῦ τυράννου ἄρχοντα, ἀλλά καὶ δημόσια ἐκήρυτταν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Σωτῆρα καὶ ἀληθινό Θεό, ὁ αἰμοβόρος ἄρχοντας διέταξε νὰ θανατωθοῦν μὲ ἀποκεφαλισμό. Τότε οἱ μακάριες ὄχι μόνο δὲν ἐδειλίασαν, ἀλλά μὲ χαρά ἔσκυψαν τὸν αὐχένα καὶ δέχτηκαν τὸ μακάριο τέλος.

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά βλέποντας ὁ ἀσεβής Συριανός τοὺς Ἁγίους Κῦρο καὶ Ἰωάννη νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν ἀκλόνητοι καὶ ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους πρὸς τὸν ἀληθινό Θεό, παρ΄ ὅλα τὰ φοβερά μαρτύρια ποὺ ὑπέστησαν, ἔδωσε ἐντολή νὰ κόψουν καὶ αὐτῶν τὶς κεφαλές, τὴν 31η Ἰανουαρίου· καὶ οἱ μὲν ἅγιες καὶ αγνὲς ψυχές τους μετέβησαν στὸν οὐρανό, τὰ δὲ τίμια λείψανά τους πῆραν οἱ εὐλαβεῖς χριστιανοί καὶ τὰ ἐνεταφίασαν στὸν Ἱερό Ναό τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου.

Ἀγαπητοί χριστιανοί,

Τὸ μαρτυρικό τέλος τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπῆρξε πραγματικά συγκλονιστικό. Χάρη στὴν ἀκατάβλητη δύναμη ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὸν Θεό, ἄντιμετώπισαν τὰ φρικτά ἐκεῖνα βασανιστήρια. Ἔτσι εὐαρέστησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεό, ὅπως βεβαιώνει καὶ ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας: 

Ἰατροί ἀνεδείχθητε, ἀσθενούντων Μακάριοι
καὶ φωστῆρες ἄδυτοι διὰ πίστεως·
ὁμολογίας συνήγοροι, Μαρτύρων συμμέτοχοι,
τοὺς στεφάνους ἀληθῶς, τοὺς τῆς νίκης δεξάμενοι.
Κῦρε ἔνδοξε, καὶ σοφέ Ἰωάννη,
ἀσιγήτως δυσωπεῖτε τὸν Σωτῆρα,
ὑπὲρ ἡμῶν Παμμακάριστοι.

Η.Ι.Χ

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΔΕΙΞΩ ΕΝΑΝ ΠΑΤΕΡΑ!

 
Σαν σήμερα, 30 Ιανουαρίου του 1996 μετώκησε στην αιώνια και ασάλευτη βασιλεία του αγαπημένου του Κυρίου, ο όσιος αυτός "άνθρωπος του Θεού", ο αλησμόνητος, για όσους τον γνώρισαν, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (Γ΄) Μητροπολίτης Καστοριάς.

Στή πορεία των χρόνων όμως, αποδεικνύει πολύ συχνά, οτι δεν έφυγε από κοντά μας. Το ανεπανάληπτο βλέμμα του, το γεμάτο αγάπη, καλοσύνη, φροντίδα, πραότητα, χαρά πέφτει ακόμα και τώρα πάνω μας, και η γλυκειά αύρα της παρουσίας του Θεού στην ύπαρξη του, ακόμα μας αγγίζει και μας μεταδίδει στη λύπη τη χαρά, στον πόνο την ανάπαυση, στην ταραχή τη γαλήνη, στα προβλήματα τη λύση, στους κινδύνους τη σωτηρία... όλα αυτά κι άλλα πολλά που χρειαζόμαστε, μας τα χαρίζει πραγματικά ως παρών, χωρίς συναισθηματική ψευδαίσθηση...

Πονέσαμε πολύ τότε…

μα δεν μας λείπει από τότε...

Τώρα είναι πιο ζωντανή η παρουσία του στη ζωή μας!!!

Κι ας μη το αξίζουμε....

Ίσως γιαυτό!

Γιατί μας ξυπνά και μας οδηγεί στην αναζήτηση εκείνης της πνευματικής μας κατάστασης, που ζούσαμε κοντά του…

Μας οδηγεί η άγια παρουσία του στην επιστροφή, στη μετάνοια...

Άγιος;;;

Ίσως...


 Σίγουρα στη συνείδηση μας,


στη συνείδηση πολλών...


θα το βεβαιώσει αυτό η Εκκλησία στην οποία δαπάνησε τον εαυτό του...


η Εκκλησία την οποία διακόνησε και διακονεί...

Το μαρτυρεί όμως  η περιγραφή των όσων έγραψα, άλλα και αποδείξεις άλλες, ορθολογιστικά ανεξήγητες, που δεν είναι της παρούσης να καταγράψω, αλλά καταγράφονται από όσους τις βιώνουν, από όσους έχουν μυρίσει την ευωδία που αναβλύζει ο τάφος του, από όσους έχουν θεραπευτεί από ασθένειες με την παρέμβασή του, από εκείνους που τους έσωσε από βέβαιο θάνατο σε τροχαίο, και μετά τους επισκέφθηκε στο κρεβάτι της ανάρρωσης, για να τους παρηγορήσει και να τους καθησυχάσει, καταγράφονται από πολλούς στους οποίους εμφανίζεται ζωντανός, μέσα στη μέρα...

Αγιασμένος άγιος από τον Τρισάγιο Θεό!!!

Αλήθεια, σας το εξομολογούμαι με κάθε ειλικρίνεια, όσο εγωιστικό κι αν σας φανεί, δεν χαίρομαι τόσο γι αυτό, για την παρησία του προς τον Θεό, όσο για το ότι είναι ακόμα κοντά μου, με φροντίζει και μου προσφέρει την απερίγραπτη και ανεπανάληπτη πατρική του αγάπη!!!

Σας ευχαριστώ όσους μπήκατε στον κόπο να διαβάσετε τη μικρή μου εξομολόγηση και μοιραστήκατε μαζί μου όσα νιώθω.

Η μνήμη του πατέρα ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Γ΄ Μητροπολίτου Καστορίας (του Παπουτσοπούλου) είναι αιωνία…

Δόξα τω Θεώ!!!

 Γι αυτό εύχομαι ολόψυχα να έχετε την ευχή του!!!
αχρείος δούλος

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

 
Ένας ιεράρχης υπέρτερος των Ελλήνων ρητόρων
ΜΕΓΑΛΟΣ ιεράρχης, θεοφώτιστος θεολόγος, χαρισματικός ερμηνευτής των θείων δογμάτων της πίστεως και πρόμαχος της Ορθοδοξίας είναι o Αγιος Γρηγόριος, ο Θεολόγος, που η Εκκλησία μας τιμά την 25η Ιανουαρίου.


Είναι «αστέρι της Ορθοδοξίας», που υμνήθηκε και τιμήθηκε στο πέρασμα των αιώνων όσο ελάχιστοι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Γ' Οικουμενική Σύνοδος τον χαρακτήρισε «Μέγα». Ό Άγιος Βασίλειος έγραψε γι' αυτόν ότι ήταν ποιμένας καί επίσκοπος άξιος, «ίνα κυβερνά την καθ' άπασαν την Οίκουμένην Έκκλησίαν».

Επαίνεσαν επίσης τον Γρηγόριο, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ως μύστη της Θεολογίας, ο Ιωάννης ο Σικελιώτης καί άλλοι μελετητές των λόγων του, αποφάνθηκαν ότι ο Ιεράρχης «είναι όχι εφάμιλλος, αλλά υπέρτερος των Ελλήνων ρητόρων». Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος ο οποίος μετέφρασε τους λόγους του στα Λατινικά έγραψε επιγραμματικά: «Δεν υπάρχει ορθόδοξος πού να μη συμφωνεί στην πίστη με τον Γρηγόριο».

Γεννήθηκε το 329 στην Άριανζό, προάστιο της Ναζιανζού και γιαυτό κάποτε καλείται καί Ναζιανζηνός. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν και αυτός Γρηγόριος καί έγινε επίσκοπος στη Ναζιανζό. Η μητέρα του Νόννα, ήταν γυναίκα με φλογερή πίστη και τον ανέθρεψε χριστιανικά. Τον διαπαιδαγώγησε με αξιοζήλευτη φροντίδα. Του καλλιέργησε αισθήματα αγάπης για τους φτωχούς, τους πονεμένους καί τους διωκόμενους από τυράννους.

Σπούδασε στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Καισαρεία της Παλαιστίνης καί στην Αθήνα. Στο «κλεινόν άστυ» έμεινε έξι χρόνια και παρακολούθησε κυρίως ρητορική καί φιλοσοφία,


Στήν Αθήνα σπούδαζε εκείνο τον καιρό και ένας άλλος λαμπρός νέος ο οποίος ξεχώριζε κι αυτός στη μόρφωση, στις επιστήμες καί στον χαρακτήρα. Ήταν ο Βασίλειος, αυτός που αργότερα θα γινόταν ο φωτισμένος ιεράρχης της Καισαρείας.

Το 357 ο Γρηγόριος επιστρέφει στην πατρίδα του τη Ναζιανζό και οι γονείς του τον υποδέχονται τρισευτυχισμένοι. Τότε χωρίς αναβολή βαφτίζεται. Επικρατούσε ακόμα συνήθεια σε πολλούς να βαφτίζονται σε μεγάλη ηλικία. Αφού έμεινε για λίγο κοντά στους δικούς του, πήγε στον Πόντο για να ζήσει ασκητικά, κοντά στον αδελφικό του φίλο Βασίλειος.

Επιστρέφοντας από τον Πόντο χειροτονείται από τον επίσκοπο πατέρα του, Ιερέας.

Το έργο του Ιερέα, τονίζει ο Γρηγόριος, είναι να βάζει φτερά στην ψυχή, να τη σηκώνει από τον κόσμο και να την παραδίδει στον Θεό... Εκείνος ο οποίος πρόκειται να γίνει ιερέας, πρέπει, αυτός να γίνει καθαρός για να μπορέσει να καθαρίσει άλλους.

Το μήνυμα του νέου κληρικού της Ναζιανζού είναι να προσφέρουν όλοι, για όσους έχουν ανάγκη. Γι' αυτό παραγγέλλει:«Βοήθησε, χάρισε τροφή, ρούχο, πρόσφερε φάρμακο, δέσε τραύμα».
 Ειδική ευχή για τους φτωχούς είχε συντάξει ο άγιος Γρηγόριος για να προσεύχονται με αυτήν οι Ιερείς στους ναούς παρακαλώντας τον Θεό για εκείνους. «Υπέρ τοις πενομένοις την επικουρίαν, τοις πτωχοίς την βοήθειαν», δεόταν ο ιερέας κα το εκκλησίασμα αντιφωνούσε τη δική του παράκληση: «Κύριε ελέησον».

Αργότερα, το 372 χειροτονείται επίσκοπος από τον ιεράρχη της Καισαρείας
Μέγα Βασίλειο. Τόπος επισκοπής είναι ένα μικρό χωριό τα Σάσιμα. Δεν αναλαμβάνει όμως την επισκοπή αύτη ο Γρηγόριος διότι διαπιστώνει ένα πολύ εχθρικό κλίμα. Αποδείχθηκε όμως ότι για αλλού τον προόριζε η θεία βουλή.

Η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα του Βυζαντίου ήταν εκείνον τον καιρό από εκκλησιαστική άποψη σε δραματική κατάσταση. Οι αιρετικοί κυριαρχούσαν εκεί και δυνάστευαν τους ορθόδοξους. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ελέγχονταν από αιρετικούς, οπαδούς του Αρείου. Τότε συνήλθε στην Αντιόχεια της Συρίας, Σύνοδος, από 146 ορθόδοξους επισκόπους, η οποία εκτός των άλλων αποφάσισε να καλέσει τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, να μεταβεί στην Κωνσταντιούπολη για να ενισχύσει την πίστη του ορθόδοξου λάου την οποία κατεδίωκαν με λύσα οι αιρέσεις των Αρειανοφρόνων και Πνευματομάχων.

Είχε σημάνει λοιπόν η ώρα του ιεράρχη Γρηγορίου ως υπερασπιστή της διωκόμενης Εκκλησίας, ως προμάχου της Ορθοδοξίας.

Ένας ιδιωτικός, ναός που χτίστηκε από εισφορές ορθοδόξων κα ονομάστηκε Ναός της Αναστασίας, γίνεται κιβωτός Ορθοδοξίας στην Κωνσταντινούπολη. Ακούγονται εκεί βαρυσήμαντα κηρύγματα καί λόγοι του Γρηγορίου πού ερμηνεύουν τα θεία δόγματα.

Οι ομιλίες του ιεράρχη Γρηγορίου, με τα γόνιμα αποτελέσματα τους, φέρουν σε δύσκολη θέση τους αιρετικούς. Τον θεωρούν επικίνδυνο ανατροπέα των σχεδίων τους και αποφασίζουν να δράσουν δυναμικά. Μεθοδεύουν εγκληματικές ενέργειες.

Αποφασίζουν να δράσουν σε ώρα κατανυκτική, τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς την Κυριακή της Αναστάσεως του έτους 379 μ.Χ. Τότε, καθώς ό ιεράρχης βάφτιζε κατηχουμένους στο Ναό της Αναστασίας, ένοπλοι αιρετικοί ορμούν κατά του πλήθους των πιστών ορθοδόξων με φοβερές κραυγές καί βρισιές. Σπρώχουν, κλωτσούν, λιθοβολούν και βιαιοπραγούν με ασυγκράτητη μανία. Μπαίνουν στο ιερό και με απερίραπτη, φρικτή ασέβεια ανατρέπουν τα ιερά σκεύη της Αγίας Τράπεζας. Οι φανατικοί αιρετικοί, υπέρμαχοι του Αρείου, όρμησαν κατά του ιεράρχη σαν άγρια γουρούνια, «ώσπερ σύες άγριοι», γράφει ο πρώτος βιογράφος του αγίου.


Στη λυσσαλέα αυτή επίθεση των αιρετικών ο άγιος με ψυχραιμία προβάλλει τη σιωπηλή διαμαρτυρία, το ειρηνικό κλίμα. Μένει ατάραχος και το πλήθος των πιστών τον μιμείται. Η στάση των ορθοδόξων αφοπλίζει τη μανία των αιρετικών που τελικά υποχωρούν νικημένοι.


Μετά το άγριο ξέσπασμα των αιρετικών ο άγιος Γρηγόριος εκφωνεί τους δύο πρώτους λόγους του «περί ειρήνης». «Ειρήνη φίλη, το γλυκύ και πράγμα και όνομα, ω νυν έδωκα τω λαώ και αντέλαβον... Ειρήνη φίλη, το παρά πάντων μεν επαινούμενον αγαθόν, υπ' ολίγων δε φυλασσόμενον...».


Μετά το θάνατο του αρειανόφιλου αυτοκράτορα Ουάλη, ο οποίος είχε στηρίξει τους οπαδούς της χριστομάχου αίρεσης, η Ορθοδοξία άρχίζει να ανασαίνει. Διακόπτεται η εξορία πολλών επισκόπων και λοιπών αγωνιστών της πίστεως. Ο νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Α' υπογράφει, στις 28 Φεβρουαρίου 380 στη Θεσσαλονίκη, πριν φτάσει στην Κωνσταντινούπολη, διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζει ως επίσημη την πίστη των ορθοδόξων, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Είναι η ώρα της επικράτησης της Αλήθειας του Χριστού, η ώρα της Ορθοδοξίας.

Στις 14 Νοεμβρίου του 380 φτάνει ο Θεοδόσιος στην Κωνσταντινούπολη και αποφασίζει να τερματίσει τις ραδιουργίες των οπαδών του Αρείου. Για το σκοπό αυτό διατάζει:

Να δοθούν στους ορθοδόξους όλοι οι ναοί οι οποίοι είχαν καταλάβει οι οπαδοί του Αρείου.


Να κατέβει από τον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο αιρετικός Δημόφιλος.

Υπακούοντας στην απαίτηση των Επισκόπων, του κλήρου και του πιστού λαού, αναγνωρίζει ως κανονικό αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και εξαναγκάζει τον σεπτό Ιεράρχη να μπει στον Ναό των Αγίων Αποστόλων, και με απαίτηση σύσωμης της Εκκλησίας που τον ωθεί και τον ακτεθύνει τον ανεβάζει στον θρόνο στις 27 Νοεμβρίου του 380.

Κατά την ήμερα αυτή της θριαμβευτικής εισόδου του Ιεράρχη Γρηγορίου στον Πατριαρχικό Ναό, ο αυτοκράτορας τον προσφωνεί λέγοντας:

«...Ιδού δίδωμί σοι τον οίκον τον ιερόν και τον θρόνον»

Η ανύψωση του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται επίσημα και επικυρώνεται από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο, τον Μάιο του 381.

Μετά την ιστορική εκείνη είσοδο και τη Θεία Λειτουργία  που ακολούθησε στο Ναό των Αγίων Αποστόλων επέστρεψε ο Ιεράρχης στό πενιχρό δωμάτιο του να αναπαυθεί. Τον ακολουθεί πλήθος συνεργατών και πιστών από το ανώνυμο πλήθος για να τον συγχαρεί. Ανάμεσα τους είναι καί ένας υποψήφιος δολοφόνος του, πληρωμένος από τους αιρετικούς να κλείσει για πάντα το στόμα του φλογερού θεολόγου. Μένει τελευταίος με τον άγιο γέροντα αλλά κάποια δύναμη τον εμποδίζει να προχωρήσει στο σχέδιο του. Πέφτει κάτω καί ξεσπάει σε κλάματα. Ο άγιος τον ρωτάει στοργικά να μάθει τι του συμβαίνει. Εκείνος τότε του αποκαλύπτει το συγκλονιστικά μυστικό. Του φέρνεται έπειτα μεγαλόψυχα και τον καλεί να αποδιώξει από την ζωή του την αίρεση και να συστρατευθεί στην Εκκλησία του Χριστού την  Ορθόδοξη.

Σαν αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο Γρηγόριος έζησε με υποδειγματική λιτότητα. Περιόρισε τα έξοδα της επισκοπής και δεν δέχτηκε να λάβει το μισθό του αρχιεπισκόπου. Δε συμμετείχε σε δημόσιες εκδηλώσεις κοσμικού χαρακτήρα. Και όταν διαπίστωσε πως υπήρχαν ιεράρχες οι οποίοι τον φθονούσαν, για χάρη της ειρήνης της Εκκλησίας παραιτήθηκε από τον θρόνο του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.  Η παραίτηση του υποβλήθηκε τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου του 381.
Παρά τις πολλες παρακλήσεις του λαού, του αυτοκράτωρα αλλά και των μεγάλων Ιεραρχών που αναγνώριζαν τα χαρίσματα και την αξία του, δεν κάμφθηκε, αφού είχε ολοκληρώση την αποστολή του και αυτή δεν είχε στην καρδιά του σχέση με αξιώσεις και αξιώματα, με χαρά και άμεσα επέστρεψε πάλι στην  Ναζιανζό, όπου ζώντας στην αγαπημένη του άσκηση και ησυχία, προσευχόμενος και φροντίζοντας εκ του μακρόθεν τα Εκκλησιαστικά πράγματα της περιοχής αλλά και όλης της Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα κληροδοτούσε στην ανθρωπότητα πλούσιους καρπούς του Αγίου Πνεύματος συγγράφοντας θεολογικές μελέτες, διδακτικές και δογματικές επιστολές και πολλά ποιήματα, και μέσα σε αυτά τελείωσε η επίγεια ζωή του στις 25 Ιανουαρίου του 391. Με τη διαθήκη του άφησε την περιουσία της οικογένειας του στην Εκκλησία της Ναζιανζού, για τη φροντιδα των αναγκών των αγαπημένων του φτωχών.

Έγραψε 243 Επιστολές, 407 ποιήματα πού αριθμούν 20.000 στίχους καί ωραιότατα Επιγράμματα.


 
ΑΠΟΛΥΤΙΚΟ

 
Ήχος α΄
 
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας·
ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι.
Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.