Ένας ιστοχώρος Ορθόδοξου Χριστιανικού προσανατολισμού και προβληματισμού.



Μια προσπάθεια για μέθεξη στην πνευματικότητα, στα ιερουργούμενα της Ορθόδοξης Λατρείας και στην Εκκλησιαστική Ζωή.















ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ
Υπέρθυρο της εισόδου του Ναού

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ

Περί τού Παύλου τού απλού
Τιμάται στις 7 Μαρτίου
Από το Λαυσαϊκόν (Εκδόσεις Ρηγοπούλου)

Μας διηγήθηκε ο Άγιος Ιέραξ και αυτός ο Κρόνιος και άλλοι πολλοί αδελφοί, ότι ένας άνθρωπος χωρικός και απλούστατος, το όνομά του Παύλος, έλαβε μια γυ­ναίκα όμορφη στο πρόσωπο, αλλά κατά τη διαγωγή ήταν ασχημότατη, επειδή κρυφά από αυτόν εμοιχεύετο η τα­λαίπωρη.
Ερχόμενος μια φορά νωρίς την ημέρα ο Παύλος από το χωράφι άξαφνα, βρήκε τη γυναίκα του επάνω στην αισχρά πράξι της μοιχείας. Βλέποντας ο Παύλος την αμαρτία λέγει προς τη γυναίκα και τον μοιχών χαμογελώ­ντας:
— Καλά, καλά! Στ' αλήθεια σας λέγω, ότι από σήμερα δεν μέ μέλει! μα τον Ιησούν. Εγώ πλέον γυναίκα δεν έχω, ούτε θέλω. Έχε, λοιπόν, την γυναίκα και τα παιδιά της και εγώ πηγαίνω και γίνομαι καλόγηρος.
Χωρίς να φανερώση εις άλλον κανένα τι είπαν ή τι έγινε, έφυγε και αφού πέρασε τα οκτώ Μοναστήρια, έφθασε στο κελλί τού μεγάλου Αντωνίου.
Αφού έκρουσε την πόρτα, βγήκε ο μέγας Αντώνιος και τον ερώτησε τι γυρεύει; Απεκρίθη ο Παύλος, ότι θέλει να γίνει καλόγερος. Τού λέγει Άγιος:
— Εξήντα χρόνων γέροντας, εδώ δεν μπορεί να γενή καλόγηρος! Πήγαινε να ζήσης στην πόλι και φύγε από εδώ, όπου έχει κόπους και μόχθους η έρημος. Αποκρίνε­ται πάλιν ο Παύλος:
— Εγώ, σε ό,τι με ορμηνέψης και προστάξης, θα το κά­μω πρόθυμα. Τού λέγει πάλιν Άγιος:
— Εγώ σου είπα ότι είσαι γέροντας και δεν μπορείς να καλογερέψης. Αν πάλιν θέλεις, πήγαινε σε κανένα κοινόβιο, όπου είναι συνοδεία αδελφών, για να σε βοηθήσουν στα γεράματά σου. Διότι εγώ κάθομαι εδώ μοναχός, τρώγω κάθε πέντε ημέρες μια φορά και εκείνο χωρίς να χορ­τάσω.
Αυτά είπε ο Άγιος, έδιωξε τον Παύλο, μπαίνοντας στο κελλί του έκλεισε την πόρτα και δεν βγήκε έξω καθόλου επί τρεις ημέρες. Αλλά ο Παύλος καθόταν έξω και δεν ήθελε να αναχωρήση. Την τρίτη ημέρα, για κάποια ανάγκη, βγήκε ο μέγας Αντώνιος και βλέποντας τον Παύλο, τού λέγει:
—Πήγαινε, απ’ εδώ, άνθρωπε και μη με ενοχλείς˙ εσύ δεν μπορείς να μείνης εδώ. Λέγει τότε ο Παύλος:
—Αδύνατον πράγμα είναι να αναχωρήσω, αλλά μένω εδώ και δεν παραμερίζω.
Στοχαζόμενος όμως ο θείος Αντώνιος, ότι κατά τις τρεις ημέρες, που καρτερούσε έξω, δεν είχε μήτε ψωμί, μή­τε νερό έφτασε, και η τετάρτη ημέρα χωρίς τροφή και πο­τό, σκέφτηκε μην τύχη να πεθάνει από την πείνα, να γίνη και φονιάς.
Αυτά συλλογιζόμενος ο μέγας Αντώνιος, εδέχθη τον Παύλον στην κέλλα του. Τότε τού είπε:
— Μπορείς να σωθής αν, ίσως έχεις υπακοή και ό,τι ακούσεις από εμένα, αυτό να κάνης. Απεκρίθη ο Παύλος:
—Όσα με προστάζεις Αββά, όλα θα τα κάμω.
Λοιπόν άρχισε τη δοκιμή ο μέγας Αντώνιος, με τόση μεγάλη σκληραγωγία, που ούτε στην αρχή της νεότητάς του δεν έκαμε τόση σκληραγωγία και άσκησι.
Δοκιμάζοντας ο μέγας Αντώνιος τον Παύλον, τού λέγει:
— Στάσου όρθιος, και να προσεύχεσαι εις αυτόν εδώ τον τύπον, ώσπου να έλθω να σου φέρω εργόχειρο να δουλεύης. Λέγοντας ταύτα μπήκε ο Άγιος στο σπήλαιον και από μια χαραμάδα έβλεπε τον Παύλο, ο οποίος στε­κόταν ασάλευτος εκεί όπου τού όρισε μέσα στον ήλιο καταφλεγόμενος μια βδομάδα.
Αφού πέρασε η Εβδομάδα, έβρεξε φύλλα χουρμάδων και τού τα έδωκε να τα πλέκη καθώς έκανε ο Άγιος. Άρχισε λοιπόν και έπλεκε με μεγάλον κόπο δεκαπέντε οργυιές. Αφού έπλεξε μια σειρά, τού λέγει ο Άγιος:
— Κακά και στραβά έπλεξες τη σειρά. Λοιπόν χάλασε, και πάλιν μετάπλεξέ την καλά.
Είχε τότε ο Παύλος επτά ημέρες που δεν έφαγε, πα­ντελώς κι όλα αυτά τα έκαμε ο μέγας Αντώνιος στον μακάριο Παύλο, για να βαρεθή τον κόπο και τη νηστεία και να φύγη από αυτόν, σε κανένα κοινόβιο.
Ο Παύλος αμέσως (κατά το πρόσταγμα τού Άγιου) εξέπλεξε και μετάπλεξε τη σειρά, με περισσότερον κόπο, επειδή δυσκολευόταν από το πρώτο πλέξιμο. Βλέποντας όμως ο μέγας Αντώνιος τον Παύλο, με τόσους κόπους και πείνα και δίψα που ούτε γόγγυσε, ούτε δείλιασε, ούτε καν λιγάκι δυσανασχέτησε, τον ελυπήθη και επόνεσε η ψυχή του.
Όθεν εις το βασίλευμα τού ηλίου τού λέγει:
— Θέλεις, Παύλε, να φάγωμε λίγο ψωμί; Αποκρίνεται ο Παύλος και λέγει:
— Καθώς ορίζεις Αββά. Και αυτή η απόκρισις έκαμε τον Αντώνιον να τον λυπηθή περισσότερο, επειδή με τό­ση νηστεία και πείνα και δίψα, που είχε ο Παύλος, δεν εφάνη εις αυτόν προθυμία να φάη αλλά άφησε πάλιν όλη τη θέλησι στον μέγαν Αντώνιο. Τότε του λέγει ο Άγιος:
— Βάλε λοιπόν τραπέζι. Βάνοντας ο Παύλος το τραπέ­ζι, έφερεν ο Αντώνιος το ψωμί και έβαλε στην τράπεζα τέσσαρα παξιμάδια από έξη ουγγιές το κάθε παξιμάδι. Για τον εαυτό του έβρεξε μόνον ένα παξιμάδι και για τον Παύλον έβρεξε τα τρία (6 ουγγιές = 50 γραμμάρια).
Έπειτα ο Αντώνιος εδιάβαζε ψαλμόν τον οποίον έψα­λε δώδεκα φορές προσευχόμενος, για να δοκιμάση και εις αυτό τού Παύλου την καρδιά. Αλλά ο Παύλος προσηύχετο κι αυτός μαζί με τον Άγιον με περισσότερη προθυμία.
Μετά τις δώδεκα προσευχές, λέγει ο μέγας Αντώνιος στον Παύλο:
— Κάθισε κοντά στην τράπεζα, κοίταζε την τροφή, και μην τρώγεις ούτε να πιής έως το βράδυ. Έμεινε λοιπόν ο Παύλος έως το βράδυ, που νύχτωσε χωρίς να φάγη τίπο­τε. Και τότε του λέγει ο θείος Αντώνιος:
— Σήκω, κάμε την προσευχή σου και πήγαινε να κοιμηθής. Και ο Παύλος ευθύς, αφήνοντας την τράπεζα, έκαμε καθώς τον επρόσταξε ο Άγιος. Προς τα μεσάνυ­κτα τον σήκωσε πάλιν για προσευχή. Και έμειναν στην προσευχή έως την ένατη ώρα.
Τα παξιμάδια
Πάλιν με στρωμένη την τράπεζα προσηύχοντο και προς το βράδυ κάθησαν να δειπνήσουν. Τότε ο Αντώνιος έφαγε μόνον ένα παξιμάδι και άλλο δεν άγγιξε. Ο Παύλος, επειδή έτρωγε αργότερα, είχε ακόμη το ένα παξιμάδι. Αφού τελείωσε, τού λέγει ο μέγας Αντώνιος:
— Φάγε, Παύλε άλλο ένα παξιμάδι. Απεκρίθη ο Παύλος και είπε:
— Ανίσως και τρώγεις, τρώγω και εγώ, ειδέ και δεν τρώγεις, δεν τρώγω. Λέγει ο Αντώνιος:
— Για μένα είναι αρκετό, διότι είμαι καλόγηρος. Απε­κρίθη ο Παύλος:
— Και για μένα είναι αρκετό, επειδή έχω να γίνω καλόγηρος. Σηκώνεται λοιπόν ο Άγιος, κάνει δώδεκα προσευ­χές και ψάλλει δώδεκα ψαλμούς. Έπειτα κοιμήθηκαν λί­γο το πρωτοΰπνι και πάλιν σηκώνονται να ψάλλουν, από τα μεσάνυκτα ώσπου να ξημερώση.
Αφού ξημέρωσε, τον έστειλε ο θείος Αντώνιος στην έρημο και του παρήγγειλε, μετά τρεις ημέρες να γυρίση πίσω. Μετά από αυτά ήλθαν κάποιοι αδελφοί στον Άγιο Αντώνιο, ο οποίος πρόσταξε τον Παύλο να υπηρετήση τους αδελφούς με σιωπή, και να μη γευθή τίποτε, ώστε να φύγουν οι αδελφοί από εκεί. Και επειδή ο Παύλος είχε τρεις βδομάδες, που δεν έφαγε, τον ρωτούσαν οι αδελφοί για ποια αιτία σιωπά και δεν ομιλεί καθόλου. Ο Παύλος δεν απεκρίθη. Τότε τού λέγει ο μέγας Αντώνιος:
— Τι σιωπάς; Μίλησε στους αδελφούς. Και έτσι ευθύς ωμίλησε.
Το μέλι
Άλλη φορά έφεραν στον Άγιο ένα σταμνί μέλι και πρόσταξε τον Παύλον να πάρη το σταμνί, να χύση το μέ­λι στη γη. Καθώς ο Παύλος έκαμε ευθύς κατά την προ­σταγή, πάλιν τού είπεν ο Άγιος να το μαζώξη επιτήδεια και παστρικά. Αφού το εμάζωξε, τον πρόσταξε να βγάνη νερό όλη την ημέρα, και να το χύνη σε άλλο μέρος. Μετά από αυτό τού είπε να ξηλώση το φόρεμά του και να το ξαναρράψη. Όλα αυτά τα έκανε ο Μακάριος Παύλος χωρίς καμιά περιέργεια, χωρίς να γογγύση ποτέ.
Από αυτή λοιπόν την άκρα και θαυμάσια υπακοή, τού εδόθη χάρις παρά Θεού να βγάζη και να διώχνη δαίμονας από εκείνους που έπασχαν.
 
Τέλειος μοναχός
Βλέποντας λοιπόν ο μέγας Αντώνιος τον Παύλο, ότι με μεγάλη προθυμία υπάκουσε και υπετάχθη στην ασκητι­κή διαγωγή, τού είπε:
— Αδελφέ Παύλε, σκέψου, εάν μπορείς να υποφέρης κάθε ημέρα αυτή τη ζωή που δοκίμασες εδώ, μείνε μαζί μου. Απεκρίθη ο Παύλος και είπε:
— Αν ίσως και έχεις άλλα περισσότερα να προστάξης, δεν ξέρω, αλλιώς αυτά που είδα είναι ευκολώτατα για μέ­να να τα κάνω. Τότε τού είπε ο Αντώνιος:
— Εν ονόματι Ιησού Χριστού!
— Αδελφέ, έγινες Μοναχός τέλειος. Να λοιπόν! Με τη χάρι και οδηγία τού Κυρίου, σου κτίζω κελλί χωριστό τρία μίλια ή τέσσαρα μακρυά από το δικό μου και ζήσε εκεί με το έλεος τού Θεού, ο οποίος θα σου δώση δύναμι και βοήθεια να πολεμήσης τις ενέργειες τού σατανά.
Εκατοίκησε λοιπόν κατά μόνας ο τρισόλβιος Παύλος ο απλούστατος ολόκληρον χρόνον. Αξιώθηκε παρά Θεού να κάνη θαύματα, δηλαδή να θεραπεύη δαιμονισμένους και κάθε ασθένεια και ετέλεσε τέλεια και ακριβέστατα τον δρόμο της ασκήσεως.
 
Ίασις δαιμονιζομένων
Μία των ημερών, ένας νέος, έχοντας δαιμόνιο φοβερό και αγριώτατο, μετεφέρθη στον μέγα Αντώνιον. Είχε μά­λιστα εκείνος ο νέος τον άρχοντα των δαιμονίων, ο οποίος αποτολμούσε και βλαστημούσε τον Ουρανόν. Καθώς όμως είδε ο Άγιος τον δαιμονισμένο, είπε σ' εκείνους που τον έφεραν:
— Δεν είναι δική μου υπηρεσία. Διότι δεν μου εδόθη αυτή η χάρις ακόμη, να διώχνω το κυριαρχικό τάγμα των δαιμόνων. Αυτό το χάρισμα είναι δοσμένο εις τον Παύλον τον απλούν. Και λέγοντας αυτά ο μέγας Αντώνιος, τους πήρε και πήγαν στον μακάριον Παύλον, προς τον οποίον είπε:
— Αββά Παύλε, βγάλε το δαιμόνιον από τούτον τον άνθρωπο, για να πάη στο σπίτι του υγιής, να ευχαριστή και να δοξάζη τον Θεόν. Απεκρίθη και είπε ο Παύλος:
— Γιατί, Αββά, δεν το βγάζεις εσύ; Λέγει ο Αντώνιος.
—Δεν έχω άδεια, επειδή έχω άλλη υπηρεσία.
Λέγοντας αυτά ο θείος Αντώνιος ανεχώρησε στο κελλί του. Τότε σηκώθηκε ο μακάριος και απλούστατος Παύλος και έκαμε θερμή προσευχή προς τον Θεόν.
 
Διάλογος έντονος με τον δαίμονα
Μετά την προσευχή, είπε και έφεραν μπροστά του τον δαιμονιζόμενον και λέγει προς αυτόν:
— Ο Αββάς Αντώνιος σε προστάζει, να βγης από τον άνθρωπο. Απεκρίθη το ακάθαρτο πνεύμα και λέγει με αυθάδεια:
— Δεν βγαίνω, κακόγερε. Πάλιν ο Παύλος έπιασε την ποδιά τού φορέματός του, κτυπούσε στην πλάτη του δαιμονιζομένου και έλεγε:
— Ο Αββάς Αντώνιος είπε να βγής! Αλλά ο δαίμων περιγελούσε περισσότερο και τον Αντώνιο και τον Παύλο λέγοντας:
— Εσείς οι πολυφάγοι, οι μάταιοι, αχόρταγοι, εσείς που δεν ευχαριστείσθε με τα δικά σας, αλλά αρπάζετε και τα ξένα, τι έχετε κακόγεροι μ' εμάς; Γιατί μας παιδεύετε; Απάνω σ' αυτό τού λέγει ο Παύλος:
— Βγαίνεις δαίμων; ή πάω να το ειπώ στον Χριστό; και εκείνος θα τιμωρήσει ταλαίπωρε την αυθάδεια σου. Αλλά και ο δαίμων πάλιν κακολογούσε και τον Ιησούν, φωνάζοντας πως δεν βγαίνει.
Εις αυτό το πείσμα τού δαίμονος αγανάκτησε ο μακά­ριος Παύλος, βγήκε, στάθηκε αντίκρυ του Ηλίου, ο οποίος καίει εκεί στην Αίγυπτο παρόμοια με την κάμινο της Βαβυλώνος. Αφού στάθηκε εκεί ώρα μεσημέρι ο Όσιος, σαν στύλος ασάλευτος, προσηύχετο λέγοντας:
— Κύριε Ιησού Χριστέ, που εσταυρώθης επί Ποντίου Πιλάτου· εσύ γνωρίζεις, ότι μήτε από τούτον τον τόπο παραμερίζω, ούτε τρώγω, ούτε πίνω, ώσπου να πεθάνω, αν δεν με επακούσης τώρα, να βγάλης αυτόν τον δαίμονα από το πλάσμα σου και να το ελευθερώσης από το ακάθαρτον πνεύμα.
Ακόμη δεν είχε τελειώσει τη δέησι ο ταπεινότατος και άκακος Παύλος και έκραξε με μεγάλη φωνή το δαιμόνιον:
— Φεύγω, φεύγω. Βγαίνω. Με βία και δύναμη καταδιώκομαι. Αναχωρώ από τον άνθρωπο και πλέον δεν πλησιάζω σ' αυτόν. Η ταπείνωσις και απλότης τού Παύλου με διώχνει και δεν ξέρω που να κατοικήσω.
Παρευθύς εβγήκε ο δαίμων και έγινε δράκων φοβερός και μέγας, περίπου πήχες εβδομήντα το μάκρος και εσύρθη κατά την ερυθρά Θάλασσα.
Εδόθη η χάρις αυτή εις τον Όσιον Παύλον μέσα σε λίγον καιρό, κυρίως για την πραότητα και ακακία που είχε, καθώς το λέγει ο Κύριος: «Εις ποίον άλλον, λέγει, θα κα­τοικήσω; Εις ποίον άλλον να δώσω τη χάρι μου περισσό­τερον παρά εις εκείνον που είναι πράος και ταπεινός, και υπακούει στα λόγια μου;».
Αυτά είναι τα έργα και αρετές τού μακαρίου και οσιωτάτου Παύλου, τού πράου και ταπεινού. Και αυτά τα είπαμε με συντομία. Ωνομάσθη δε Απλούς και Άκακος από όλην την αδελφότητα της ερήμου. Με τις πρεσβείες αυτού, είθε να τύχωμε των αιωνίων αγαθών. Αμήν.


Πηγή εικόνας eikonografos
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com

Ιάκωβος ο δολοφόνος,βιαστής και ασκητής άγιος

 




Ναι, οι πράξεις είναι δείγμα αγιότητας ή κακίας. Όχι όμως πάντα! Υπάρχουν περιπτώσεις, που ακόμα και ένας άγιος μπορεί να πέσει, και μάλιστα να πέσει ΣΟΒΑΡΑ. Και το γνωστό παράδειγμα του μοιχού και φονιά βασιλιά Δαυίδ, του "ανδρός κατά την καρδία του Θεού", μας το έχει δείξει από αρχαίων χρόνων. Όμως και σε νεότερες εποχές, ο Θεός έχει επιτρέψει τέτοιες δραματικές πτώσεις αγίων, για πολλούς λόγους, των οποίων οι τρεις σπουδαιότεροι είναι αυτοί:
1. Για να μην επαναπαυόμαστε στις δάφνες μας.
2. Για να χτυπήσει τον ευσεβισμό μας και την επίκριση προς τους άλλους.
3. Για να δούμε τη σωτήρια δύναμη της μετανοίας, και να νικάμε την απελπισία.
Το άρθρο αυτό, το αναδημοσιεύουμε ως απόσπασμα από την επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά στην εφημερίδα Καθημερινή. Και μας διδάσκει πολλά:
"Στις 28 Ιανουαρίου κάθε χρόνο η Εκκλησία γιορτάζει (με την κυριολεκτική σημασία της γιορτής) τη μνήμη Ιάκωβου του ασκητή, που ανεπιφύλακτα τον έχει κατατάξει στους αγίους της.Ο Ιάκωβος ασκήτευε δεκαπέντε χρόνια σε μια σπηλιά. Κάποτε, από την κοντινή πολίχνη (την Πορφυριώνη) κάποιοι ευφυείς και τότε πολέμιοι του θρησκευτικού σκοταδισμού έστειλαν στη σπηλιά του μια πόρνη γυναίκα να του προσφέρει προκλητικά τα θέλγητρά της: Ο Ιάκωβος δεν ενέδωσε στην εύκολη ηδονή και η συνάντηση λειτούργησε συγκλονιστικά για τη γυναίκα, που από τότε εγκατέλειψε το επάγγελμά της και έζησε με συνέπεια μέσα στην Εκκλησία.Υστερα από κάποια χρόνια, «άρχων ένδοξος» της περιοχής πήγε στον ασκητή τη θυγατέρα του που έπασχε από νόσο βαριά. Ο Ιάκωβος προσευχήθηκε και ελευθέρωσε το κορίτσι από την ασθένεια, δέχθηκε μάλιστα να το κρατήσει λίγες μέρες στη σπηλιά, μαζί με τον αδελφό της, όπως επέμενε για σιγουριά ο πατέρας της. Τότε όμως ο Ιάκωβος, «ως άνθρωπος και αυτός» νικήθηκε από την επιθυμία. Βίασε την κόρη και στη συνέχεια έντρομος, μήπως φανερωθεί η πράξη του, τη σκότωσε μαζί με τον αδελφό της, μόνο μάρτυρα των εγκλημάτων του.Σε πανικό απόγνωσης φεύγει στην έρημο, σκάβει έναν τάφο και μπαίνει μέσα ο ίδιος να πεθάνει δίχως ελπίδα ελέους από τον Θεό. Ο τοπικός επίσκοπος μαθαίνει τα συντρέξαντα και ξεκινάει μέρες πορείας στην έρημο για να τον βρει. Κάποτε τον ανακαλύπτει και θρηνώντας του εξηγεί ότι η απελπισία είναι αμάρτημα μεγαλύτερο από τον βιασμό και τους φόνους. Ο Ιάκωβος δέχεται με συντριβή την παραμυθία, αλλά δεν εγκαταλείπει τον τάφο ως ενδιαίτημα. Θα μείνει εκεί σε σκληρότατη άσκηση αυταπάρνησης ως την τελευτή του.Παρεμβάλλεται μια τρομακτική ανομβρία στην περιοχή και ο επίσκοπος έχει «πληροφορίαν καρδίας» ότι μόνο αν προσευχηθεί ο Ιάκωβος μπορεί να νικηθούν της φύσεως οι όροι. Κλήρος και λαός βγαίνουν στην έρημο και φτάνουν στον τάφο όπου είναι κλεισμένος ο εγκληματίας ασκητής. Τον πείθουν να προσευχηθεί και η βροχή φτάνει αμέσως ευεργητική να βεβαιώσει την αγιότητα του μετανοημένου". -"Επιφυλλίδα" Χρ. Γιανναρά- Ιανουάριος 2001. Εφημερίδα Καθημερινή.
Δεν κρίνει ο Θεός από το φαινόμενο, όπως ο άνθρωπος. Και έτσι οφείλει να μην κρίνει και η Εκκλησία. Δεν είναι δικαστές οι Χριστιανοί των αδελφών τους, αλλά γιατροί και συνασθενείς. Και ο ρόλος τους δεν είναι να καταδικάσουν, αλλά να βοηθήσουν, να παρηγορήσουν και να γιατρέψουν τους συνασθενείς τους με τη βοήθεια του Θεού. Όσο βαριά κι αν είναι η αρρώστια τους.
Η "κάθαρση" για τους Χριστιανούς, είναι ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ, και εφαρμόζεται στον καθένα συνάνθρωπό μας ξεχωριστά. Δεν εφαρμόζεται ΜΑΖΙΚΑ σε μια ομάδα, είτε αυτή είναι η Εκκλησία, είτε κάτι άλλο. Γιατί σε μια ομάδα, πάντα θα υπάρχουν οι άνθρωποι που πέφτουν, και στο χωράφι του Κυρίου, πάντα θα υπάρχουν ζιζάνια, ως τη συντέλεια.Ας μην κατακρίνουμε λοιπόν τον αδελφό μας, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ κι αν έχει κάνει. Αντίθετα, ας κλάψουμε και ας προσευχηθούμε γι' αυτόν, χάριν του οποίου ο Χριστός πέθανε. Και ας συνεφέρουμε τον εαυτό μας, λέγοντας: "Αλλοίμονό μου του αμαρτωλού! Γιατί αν ο αδελφός μου αυτός ο καλός έπεσε, τι πτώση περιμένει εμένα τον αμαρτωλό και ασεβή!"
Γιατί ο Θεός "στους υπερηφάνους αντιτάσσεται, εις δε τους ταπεινούς δίδει χάριν", και "με όποιο μέτρο μετράμε, με το ίδιο μέτρο θα μετρηθούμε"!


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/

Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής»

  
smem4Με την παρακολούθηση των Ακολουθιών, με τη νηστεία, ακόμα και με την προσευχή σε τακτά διαστήματα, δεν εξαντλείται η όλη προσπάθεια στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Ή μάλλον για να είναι όλα αυτά αποτελεσματικά και να έχουν νόημα, πρέπει να υποστηρίζονται και από αυτή την ίδια τη ζωή. Χρειάζεται δηλαδή ένας «τρόπος ζωής» που να μην έρχεται σε αντίθεση με όλα αυτά και να μην οδηγεί σε μια «διασπασμένη» ύπαρξη. Στο παρελθόν, στις ορθόδοξες χώρες η ίδια η κοινωνία πρόσφερε μια τέτοια υποστήριξη με τον συνδυασμό που είχε στα έθιμα, στις εξωτερικές αλλαγές, με τη νομοθεσία, με τους δημόσιους και ιδιωτικούς κανονισμούς, με όλα δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στη λέξη πολιτισμός. Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής. Στη Ρωσία, λόγου χάρη, δεν μπορούσε κανείς εύκολα να ξεχάσει τη Σαρακοστή γιατί οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν διαφορετικά αυτή την περίοδο• τα θέατρα έκλειναν και, σε παλιότερους καιρούς, τα δικαστήρια ανέβαλλαν τη λειτουργία τους. Φυσικά όλα αυτά τα ερεθίσματα από μόνα τους, είναι φανερό, ότι δεν ήταν δυνατό να αναγκάσουν τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη μετάνοια ή σε μια πιο ζωντανή θρησκευτική ζωή. Αλλά όμως δημιουργούσαν μια ορισμένη ατμόσφαιρα - ένα είδος σαρακοστιανού κλίματος - όπου η ατομική προσπάθεια γινόταν ευκολότερη. Ακριβώς επειδή είμαστε αδύναμοι χρειαζόμαστε τις εξωτερικές υπενθυμίσεις, τα σύμβολα, τα σημάδια. Φυσικά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα εξωτερικά σύμβολα ν' αποκτήσουν αυτοτέλεια, να γίνουν αυτοσκοπός, και έτσι αντί να είναι απλά μια υπενθύμιση, να γίνουν για την κοινή αντίληψη το μόνο περιεχόμενο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτόν τον κίνδυνο τον έχουμε επισημάνει παραπάνω όταν μιλήσαμε για τις εξωτερικές συνήθειες και τα πανηγύρια που αντικαθιστούν τη γνήσια προσωπική προσπάθεια. Αν όμως καταλάβουμε σωστά αυτές τις συνήθειες τότε θα γίνουν ο «κρίκος» που συνδέει την πνευματική προσπάθεια με τη ζωή.
Δεν ζούμε σε μια ορθόδοξη κοινωνία [Ο συγγραφέας, Ρώσος στην καταγωγή, ζει σήμερα στην Αμερική] και φυσικά δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί αυτό το «κλίμα της Σαρακοστής σε επίπεδο κοινωνικό. Είτε είναι Σαρακοστή είτε όχι, ο κόσμος που μας περιβάλλει, που αποτελούμε και μεις δικό του αναπόσπαστο κομμάτι, δεν αλλάζει. Κατά συνέπεια ζητιέται από μας μια νέα προσπάθεια να σκεφτούμε την απαραίτητη θρησκευτική σχέση ανάμεσα στο «εξωτερικό» και το «εσωτερικό». Η πνευματική τραγωδία της εκκοσμίκευσης είναι εκείνη που μας σπρώχνει σε μια πραγματική θρησκευτική «σχιζοφρένεια» -ένα σπάσιμο δηλαδή της ζωής μας σε δυο κομμάτια: το θρησκευτικό και το κοσμικό, που έχουν όλο και λιγότερη αλληλοεξάρτηση. Έτσι η πνευματική προσπάθεια είναι απαραίτητη για να μεταθέσει τα παραδοσιακά έθιμα και τις συνήθειες, που είναι βασικά μέσα στην προσπάθειά μας κατά την περίοδο τής Σαρακοστής. Μ' ένα πειραματικό και αναγκαστικά σχηματικό τρόπο θα μπορούσε κανείς να δει αυτή την προσπάθεια σε δυο πλαίσια: στη ζωή μέσα στο σπίτι και στη ζωή έξω απ' αυτό.
Για την ορθόδοξη αντίληψη, το σπίτι και η οικογένεια αποτελούν την πρώτη και βασικότερη περιοχή της χριστιανικής ζωής ή της εφαρμογής των χριστιανικών αρχών στην καθημερινή ζωή. Το σπίτι, δηλαδή το στυλ και το πνεύμα της οικογενειακής ζωής και όχι το σχολείο, ακόμα ούτε και η Εκκλησία, είναι εκείνο που σχηματίζει μέσα μας τη θεμελιακή αντίληψη για τον κόσμο• που μορφοποιεί στο εσωτερικό μας το βασικό προσανατολισμό τον οποίο ίσως για αρκετό διάστημα δεν τον καταλαβαίνουμε, αλλά που τελικά θα γίνει ένας αποφασιστικός παράγοντος. Ο στάρετς Ζωσιμάς του Dοstοyevsky στους Αδελφούς Καραμαζώφ λέει: «εκείνος που μπορεί να έχει καλές αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία είναι σωσμένος για όλη του τη ζωή». Το σημαντικό δε είναι ότι κάνει αυτή την παρατήρηση ύστερα από τη θύμηση της μητέρας του που τον είχε πάρει μαζί της στη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Θυμάται την ομορφιά της Ακολουθίας, τη μοναδική μελωδία του κατανυκτικού «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου...». Η υπέροχη προσπάθεια για θρησκευτική αγωγή που γίνεται σήμερα στα κατηχητικά σχολεία δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, αν δεν βασίζεται στη ζωή της οικογένειας. Τι, λοιπόν, θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής; Επειδή είναι αδύνατο να καλύψουμε εδώ όλες τις πλευρές της οικογενειακής ζωής θα περιοριστούμε μόνο σε μια απ' αύτές.
Όλοι μας, χωρίς αμφιβολία, συμφωνούμε ότι ο τρόπος της οικογενειακής ζωής έχει ριζικά αλλοιωθεί με την παρουσία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Αυτά τα μέσα της «μαζικής ενημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ολόκληρη τη ζωή. Δεν χρειάζεται κανείς να βγει από το σπίτι για να βρεθεί «έξω». Ολόκληρος ο κόσμος είναι μόνιμα εδώ, σε απόσταση που τον φτάνουμε... ακίνητοι. Και, σιγά σιγά, η στοιχειώδης εμπειρία να βρεθούμε σ' έναν εσωτερικό κόσμο, μέσα στην ομορφιά της «εσωτερικότητας» έχει εντελώς χαθεί από το σύγχρονο πολιτισμό μας. Και αν δεν είναι η τηλεόραση, είναι η μουσική. Η μουσική έπαψε να είναι κάτι που το ακούει κανείς• σταθερά πια έγινε μια «υπόκρουση θορύβου» που συνοδεύει τις συνομιλίες μας, το διάβασμα, το γράψιμο κλπ. Στην πραγματικότητα αυτή η ανάγκη να ακούγεται συνέχεια μουσική φανερώνει την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να χαρεί τη σιωπή, να την καταλάβει όχι σαν κάτι αρνητικό, σαν μια απλή έλλειψη, αλλά ακριβώς σαν μια παρουσία και σαν την μοναδική προϋπόθεση για την πιο αληθινή παρουσία. Αν ο Χριστιανός του παρελθόντος ζούσε κατά ένα μεγάλο βαθμό σ' ένα σιωπηλό κόσμο που του έδινε πλούσιες ευκαιρίες για αυτοσυγκέντρωση στον εσωτερικό του κόσμο, ο σημερινός χριστιανός είναι αναγκασμένος να κάνει ειδική προσπάθεια για να καλύψει αυτή την αναγκαία διάσταση της σιωπής η οποία αυτή μόνο μπορεί να μας φέρει σε επαφή με τις υψηλές πραγματικότητες. Έτσι, λοιπόν, το πρόβλημα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι περιθωριακή υπόθεση, αλλά με πολλούς τρόπους είναι ένα θέμα πνευματικής ζωής ή θανάτου.
Πρέπει κανείς να συνειδητοποιήσει ότι είναι αδύνατο να μοιράσουμε τη ζωή μας ανάμεσα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής και στο τελευταίο σήριαλ. Αυτά τα δυο βιώματα είναι ασυμβίβαστα και το ένα, σίγουρα, θα σκοτώσει το άλλο. Και είναι πολύ πιθανό, εκτός αν γίνεται μια έντονη προσπάθεια, ότι το τελευταίο σήριαλ έχει πολύ μεγαλύτερες ελπίδες σε βάρος της «χαρμολύπης» -παρά το αντίθετο. Μια πρώτη «συνήθεια» που προτείνεται είναι να μειωθεί δραστικά η παρακολούθηση του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στην περίοδο της Σαρακοστής. Δεν τολμούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξει μία «γενική» νηστεία, αλλά μόνο η «ασκητική» η οποία, όπως ξέρουμε, σημαίνει, πρώτα απ' όλα αλλαγή τροφής και μείωσή της. Φυσικά τίποτε το κακό δεν υπάρχει, λόγου χάρη, στο να συνεχίσει κανείς να παρακολουθεί στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ειδήσεις, εκλεκτές σειρές, ενδιαφέροντα και πνευματικά ή διανοητικά εμπλουτισμένα προγράμματα. Εκείνο που πρέπει να σταματήσει στην διάρκεια της Σαρακοστής είναι η πλήρης «παράδοση» στην τηλεόραση -η μετατροπή δηλαδή του ανθρώπου σε «λάχανο» πάνω σε μια πολυθρόνα κολλημένο στην οθόνη που παθητικά δέχεται ό,τι βγαίνει απ' αυτή. Όταν ήμουνα παιδί (ήταν τότε η προτηλεοπτική εποχή) η μητέρα μου συνήθιζε να κλειδώνει το πιάνο την πρώτη, την τετάρτη και την έβδομη εβδομάδα της Σαρακοστής. Αυτή η ανάμνηση είναι μέσα μου ζωηρότερη από τις μακρινές Ακολουθίες της Σαρακοστής και ακόμα και σήμερα όταν παίζει το ραδιόφωνο αυτές τις μέρες με ταράζει σχεδόν όσο και μια βλαστήμια. Αναφέρω αυτή την προσωπική μου ανάμνηση μόνο σαν μια διευκρίνηση της επίδρασης που μπορούν να έχουν μερικές εξωτερικές ενέργειες στην ψυχή ενός παιδιού. Kαι αυτό που κρύβεται εδώ δεν είναι ένα απλό απομονωμένο έθιμο ή ένας κανόνας, αλλά είναι μια εμπειρία της Σαρακοστής σαν μιας ειδικής χρονικής περιόδου, σαν κάποιου πράγματος που είναι παρόν όλο το χρόνο και που δεν πρέπει να χαθεί, να ακρωτηριαστεί, να καταστραφεί. Εδώ ακόμα, όσον αφορά τη νηστεία, μια απλή απουσία ή αποχή από την τροφή δεν είναι επαρκής, πρέπει να έχει το θετικό της συμπλήρωμα.
Η σιωπή που δημιουργεί η απουσία του θορύβου του κόσμου, των θορύβων που παράγονται από τα μέσα της μαζικής επικοινωνίας, πρέπει να γεμίσει με θετικό περιεχόμενο. Αν η προσευχή είναι η τροφή για τις ψυχές μας, τροφή, επίσης, θέλει και το μυαλό μας, γιατί ακριβώς αυτό το διανοητικό μέρος του ανθρώπου είναι που καταστρέφεται σήμερα από το ασταμάτητο σφυροκόπημα της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, των εφημερίδων, των εικονογραφημένων εκδόσεων κλπ. Αυτό, λοιπόν, που προτείνουμε, παράλληλα με την πνευματική προσπάθεια, είναι μια διανοητική, θα λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, αλήθεια, αριστουργήματα, πόσους υπέροχους καρπούς της ανθρώπινης σκέψης, της φαντασίας και της δημιουργικότητας αρνούμαστε στη ζωή μας μόνο και μόνο γιατί μας είναι πολύ πιο άνετο, γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά παραδομένοι στη σωματική και διανοητική κόπωση, να πιέσουμε το κουμπί της τηλεόρασης ή να βυθιστούμε στο τέλειο κενό ενός εικονογραφημένου περιοδικού. Αλλά, πώς φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαμε να προγραμματίσουμε την περίοδο της Σαρακοστής; Ίσως να κάνουμε ένα κατάλογο βιβλίων για διάβασμα; Φυσικά δεν είναι απαραίτητο όλα αυτά τα βιβλία να είναι οπωσδήποτε θρησκευτικά, δεν μπορούν όλοι να γίνουν θεολόγοι. Όμως υπάρχει πολλή «θεολογία» κρυμμένη σε μερικά λογοτεχνικά αριστουργήματα και καθετί που πλουτίζει τη νοημοσύνη μας, κάθε καρπός της αληθινής ανθρώπινης δημιουργίας είναι ευλογημένος από την Εκκλησία και, όταν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, αποκτάει πνευματική αξία.
H τέταρτη και η πέμπτη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένες στη μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων της χριστιανικής πνευματικότητας: του αγίου Ιωάννου της Κλίμακας και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Θα πρέπει αυτό να το πάρουμε σαν μια ευρύτερη απόδειξη ότι εκείνο που ζητάει από μας η Εκκλησία να κάνουμε στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής είναι να εμπλουτίσουμε τον πνευματικό και διανοητικό εσωτερικό κόσμο μας, να μελετήσουμε και να στοχασθούμε πάνω σε ό,τι μπορεί να μας βοηθήσει ν' ανακαλύψουμε αυτόν τον εσωτερικό κόσμο και τις χαρές του. Από αυτή τη χαρά, από την αληθινή κλήση του ανθρώπου που εκπληρώνεται εσωτερικά και όχι εξωτερικά, ο «σύγχρονος κόσμος» δεν μας προσφέρει σήμερα ούτε καν μια γεύση• όμως χωρίς αυτή, χωρίς την αντίληψη της Σαρακοστής σαν ταξιδιού στο βάθος του είναι μας, η Σαρακοστή χάνει το νόημά της.
Τέλος, ποιο θα μπορούσε να είναι το νόημα της Σαρακοστής στις ατέλειωτες ώρες που περνάμε έξω από το σπίτι; Στις συναλλαγές μας, καθισμένοι σ' ένα γραφείο ή ασκώντας τα επαγγελματικά μας καθήκοντα, ή όταν συναναστρεφόμαστε τους συναδέλφους και τους φίλους μας; Αν και δεν είναι δυνατόν να δοθεί εδώ μια συγκεκριμένη συνταγή, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, όμως μερικές πολύ γενικές απόψεις μπορούν να λεχθούν. Και πρώτα πρώτα η Σαρακοστή είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να ελέγξουμε τον απίστευτα υπεροπτικό χαρακτήρα μας στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, στα διάφορα γεγονότα και στη δουλειά. «Χαμογέλα!», «μη στεναχωριέσαι» κλπ. είναι σλόγκαν που στην πραγματικότητα έγιναν «διαταγές» που πρόθυμα τις δεχόμαστε και που σημαίνουν: μην ανακατεύεσαι, μη ρωτάς, μην προχωράς βαθύτερα στις σχέσεις σου με τους άλλους ανθρώπους• φύλαξε τους κανόνες του παιγνιδιού που συνδυάζει τη φιλική διάθεση με την τέλεια αδιαφορία• σκέψου τα πάντα μόνο μέσα στα πλαίσια του υλικού κέρδους, της ωφέλειας, της προαγωγής, να είσαι, μ' άλλα λόγια, ένα κομμάτι του κόσμου, ο οποίος ενώ συνέχεια χρησιμοποιεί τις μεγάλες λέξεις: ελευθερία, ευθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ακολουθεί την υλιστική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι αυτά που τρώει!
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι περίοδος για αναζήτηση νοήματος. Να βρω, δηλαδή, νόημα στην επαγγελματική μου ζωή στα πλαίσια της κλήσης μου• νόημα στις προσωπικές σχέσεις μου με τ' άλλα πρόσωπα• νόημα στη φιλία• νόημα στις ευθύνες μου. Δεν υπάρχει απασχόληση, επάγγελμα που να μη μπορεί να «μεταμορφωθεί» -έστω και για λίγο μόνο- με στόχο όχι τη μεγαλύτερη απόδοση ή την καλύτερη οργάνωση αλλά τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ίδια προσπάθεια για «εσωτερικοποίηση» όλων των σχέσεών μας είναι απαραίτητη γιατί είμαστε ελεύθερες ανθρώπινες υπάρξεις που καταντήσαμε (χωρίς τις περισσότερες φορές να το ξέρουμε) φυλακισμένοι στα συστήματα τα οποία προοδευτικά κάνουν τον κόσμο μας απάνθρωπο. Και αν στην πίστη μας υπάρχει κάποιο νόημα, αυτό πρέπει να είναι συνδεδεμένο με τη ζωή και όλα τα συνακόλουθά της. Χιλιάδες άνθρωποι νομίζουν ότι οι απαραίτητες αλλαγές έρχονται μόνο απ' έξω με την επανάσταση και την αλλαγή στις εξωτερικές συνθήκες. Στο χέρι τους είναι να αποδείξουν οι χριστιανοί ότι στην πραγματικότητα καθετί ξεκινάει από μέσα -από την πίστη και τη ζωή σύμφωνα με την πίστη αυτή. Η Εκκλησία όταν μπήκε στον ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο, δεν κατάγγειλε τη δουλεία, δεν ξεσήκωσε σε επανάσταση. Αυτή η ίδια η πίστη της, η νέα θεώρηση του ανθρώπου και της ζωής είναι κείνη που προοδευτικά καταργεί τη δουλεία. Ένας «άγιος» -και άγιος εδώ σημαίνει, πολύ απλά, κάθε άνθρωπος που παίρνει πάντοτε στα σοβαρά την πίστη του- θα κάνει πολύ περισσότερα για την αλλαγή του κόσμου παρά χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ο άγιος είναι ο μόνος αληθινός επαναστάτης σ' αυτόν τον κόσμο.
Μια τελευταία γενική παρατήρηση: η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ευκαιρία για έλεγχο στα λόγια μας. Ο κόσμος μας είναι υπερβολικά βερμπαλιστικός και μεις συνέχεια πλημμυρίζουμε από λόγια που έχουν χάσει το νόημά τους και συνεπώς τη δύναμη τους. Ο Χριστιανισμός αποκαλύπτει την ιερότητα του λόγου -ένα αληθινά θείο δώρο στον άνθρωπο. Γι' αυτό ακριβώς η ομιλία μας είναι προικισμένη με τεράστια δύναμη είτε θετική είτε αρνητική. Γι' αυτό επίσης και θα κριθούμε για τα λόγια μας: «λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν ό εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως. Εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. 12,36-37).
Ελέγχουμε τα λόγια μας με το να ανακαλύπτουμε τη σοβαρότητα και την ιερότητά τους, να καταλαβαίνουμε ότι μερικές φορές ένα «αστείο» που λέγεται απερίσκεπτα, μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα, μπορεί να γίνει εκείνη η τελευταία «σταγόνα» που ξεχειλίζει το ποτήρι και ο άνθρωπος φτάνει στην τελική απελπισία και καταστροφή. Αλλά ο λόγος μπορεί επίσης να είναι και μια μαρτυρία. Μια τυχαία συνομιλία σ' ένα γραφείο με το συνάδελφο μπορεί να μεταδώσει καλύτερα μια θεώρηση για τη ζωή, μια διάθεση απέναντι στους άλλους ανθρώπους και στη δουλειά και να έχει περισσότερα αποτελέσματα από το τυπικό κήρυγμα. Μπορεί, από μια τέτοια συνομιλία, να πέσουν σπόροι για μια ερώτηση πάνω στη δυνατότητα μιας άλλης προσέγγισης της ζωής, σπόροι για επιθυμία να γνωρίσει κανείς περισσότερα. Δεν έχουμε, πραγματικά, ιδέα πόσο επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον με τα λόγια, με τον τόνο της προσωπικότητας μας. Και τελικά οι άνθρωποι ελκύονται στο Θεό, όχι γιατί κάποιος μπόρεσε να τους δώσει διαφωτιστικές εξηγήσεις, αλλά γιατί είδαν σ' αυτόν το φως, τη χαρά, το βάθος, τη σοβαρότητα, την αγάπη που από μόνα τους αποκαλύπτουν την παρουσία και τη δύναμη του Θεού στον κόσμο.
Έτσι, αν η Μεγάλη Σαρακοστή όπως είπαμε στην αρχή, είναι η ανακάλυψη της πίστης από τον άνθρωπο, είναι επίσης και ανόρθωση της ζωής του, του θεϊκού νοήματός της, του κρυμμένου βάθους της. Με το να απέχουμε από την τροφή ξαναβρίσκουμε τη γλύκα της και ξαναμαθαίνουμε πώς να την παίρνουμε από τον Θεό με χαρά και ευγνωμοσύνη. Με το «να μειώνουμε» τις ψυχαγωγίες, τη μουσική, τις συζητήσεις, τις επιπόλαιες κοινωνικότητες, ανακαλύπτουμε την τελική αξία των ανθρώπινων σχέσεων, της ανθρώπινης δουλειάς, της ανθρώπινης τέχνης. Kαι τα ξαναβρίσκουμε όλα αυτά ακριβώς γιατί ξαναβρίσκουμε τον ίδιο τον Θεό, γιατί ξαναγυρίζουμε σ' Αυτόν και δι' Αυτού σε όλα όσα Εκείνος μας έδωσε μέσα από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του. Έτσι τη νύχτα της Ανάστασης ψέλνουμε:
Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός,
ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.
Εορταζέτω γουν πάσα κτίσις,
την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται.
Μη μας αποστερήσεις αυτής της προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!

Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, εκδ. Ακρίτας